Εριέττα Κούρκουλου: Η αυθεντικότητα ως πολυτέλεια και ως βάρος

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Κάποιες συνεντεύξεις δεν λειτουργούν απλώς ως καταγραφή λόγων, αλλά ως παράθυρα σε μια εσωτερική διαδρομή που σπάνια εκτίθεται δημόσια. Στην περίπτωση της Εριέττας Κούρκουλου, δεν παρακολουθούμε την πορεία ενός ακόμη προσώπου της δημοσιότητας, παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός ανθρώπου με βαριά κληρονομιά να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και με την κοινωνική σκιά του επιθέτου του. Η Εριέττα δεν παρουσιάζει μια ιστορία, επιχειρεί να διαρρήξει ένα πλαίσιο που της επιβλήθηκε από την πρώτη μέρα της ζωής της και να οικοδομήσει μια ταυτότητα που να στέκεται χωρίς δεκανίκια πλούτου, προσδοκιών ή μύθου.

Η πρώτη εντύπωση είναι πως μιλάει με μια παράξενη σοβαρότητα για την ηλικία της. Δεν πρόκειται για επίδειξη ωριμότητας, αλλά για την εσωτερική οικονομία ενός ανθρώπου που μεγάλωσε απότομα. Ο θάνατος του πατέρα της, στα 13, έγινε το σημείο απ’ όπου ξετυλίχθηκε η διάσπαση και η επιστροφή: η άγρια εφηβεία ως απόδραση και το ενήλικο ενδιαφέρον για τα ζώα, για τα παιδιά, για τη βία και τις δομές, ως απόπειρα συμφιλίωσης με ό,τι διαλύθηκε τότε. Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για όλα με έναν τόνο που δεν κατοικεί στον συναισθηματισμό, αλλά στην ανάγκη να τα βάλει σε τάξη. Σαν να μην μπορεί να αφήσει τη ζωή της χωρίς ερμηνεία.

Αυτό το μοτίβο, η ανάγκη να αποδείξει ότι είναι κάτι περισσότερο από το όνομά της, διαπερνά όλη τη συνέντευξη. Γι’ αυτό επιμένει να περιγράφει «φυσιολογικές» στιγμές: το σούπερ μάρκετ, η ταβέρνα, το ψωμί που διαλέγει μόνη της, η καθημερινή επαφή με τα παιδιά. Στα μάτια της κοινωνίας, αυτά μοιάζουν αυτονόητα. Στα μάτια της, είναι αποδείξεις ότι δεν ζει σε γυάλα. Η φωνή της δεν είναι αμυντική. Είναι σαν να ψάχνει ένα σταθερό έδαφος, μια νομιμοποίηση, σε μια χώρα που ζητά διαρκώς εξηγήσεις από όσους γεννήθηκαν με τα προνόμια που άλλοι διεκδικούν.

Εδώ ξεκινά και η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση: ο τρόπος που μετατρέπει την προσωπική αφήγηση σε κοινωνική παρατήρηση. Η κριτική της στο σύστημα υγείας, στην μαιευτική βία, στη φτώχεια, στην υπογεννητικότητα δεν είναι στείρα καταγγελία. Είναι η γλώσσα ενός ανθρώπου που αντιλαμβάνεται την ελληνική παθολογία όχι ως θεωρία, αλλά ως ευθύνη. Είναι αξιοσημείωτο ότι μιλάει για το τηλέφωνο ως κλειδί επιβίωσης στο ΕΣΥ, αναγνωρίζει την αδικία χωρίς να την εξωραΐζει. Αυτό δείχνει ότι δεν επιθυμεί να υποδυθεί την «λαϊκή», αλλά να υπογραμμίσει το ρήγμα ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη, ένα ρήγμα που ακόμη και οι προνομιούχοι το συναντούν, απλώς από άλλη πόρτα.

Το ίδιο συμβαίνει και στη στάση της απέναντι στη βία κατά των γυναικών. Δεν υιοθετεί τον διδακτισμό της σωστής πλευράς, ξεχωρίζει το τραύμα από την υπερβολή, την ανάγκη από τη χειραγώγηση, χωρίς να χαϊδεύει αυτιά. Αυτή η ισορροπία, να αναγνωρίζεις την κατάχρηση, αλλά να μην ακυρώνεις την ανάγκη, είναι κάτι που λείπει από τον σύγχρονο δημόσιο διάλογο. Μια κοινωνία κουρασμένη από τις βεβαιότητες και τις υστερίες, χρειάζεται ακριβώς αυτή τη διαύγεια.

Ωστόσο, όσο ειλικρινής κι αν είναι η πρόθεσή της, δεν μπορεί να αποφύγει τη μεγάλη ελληνική δυσπιστία: «τι θέλει και τα λέει όλα αυτά;» Είναι αναπόφευκτο ερώτημα. Η χώρα ξέρει να αντιμετωπίζει τους πλούσιους είτε με δέος είτε με καχυποψία. Η Κούρκουλου δεν επιδιώκει εξουσία, το δηλώνει ξεκάθαρα. Δεν επιδιώκει πολιτική θέση. Επιδιώκει όμως κάτι άλλο: επιρροή. Και η επιρροή, στις μέρες μας, δεν απαιτεί κόμμα, απαιτεί κοινό.

Αυτό που χτίζει, συνειδητά ή όχι, είναι ηθικό κεφάλαιο. Έναν χώρο στον οποίο δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα της τάξης της, αλλά μια διαφορετική εκδοχή του πλούτου: όχι επιδεικτικό, όχι κληρονομημένο ως ύφος, αλλά ενοχικό, ευαίσθητο, υπαρξιακό. Μια εκδοχή που δεν είναι αρεστή σε όλους, αλλά είναι αληθινή για την ίδια.

Η δική της «πετριά», για να χρησιμοποιήσω το ελληνικό απόφθεγμα, δεν είναι η vegan εμμονή, ούτε ο φυσικός τοκετός, ούτε η αποστροφή για τα πάρτι των εύπορων οικογενειών. Αυτά είναι συμπτώματα. Η βαθύτερη πετριά της είναι η ανάγκη να κερδίσει τον σεβασμό όχι επειδή τον δικαιούται κοινωνικά, αλλά επειδή τον απέκτησε με δουλειά, συνέπεια και εσωτερικό κανόνα. Είναι η εμμονή να υπάρξει ως πρόσωπο, όχι ως επίθετο. Να αφήσει έργο, όχι εντύπωση. Να γιατρέψει μια πληγή που άνοιξε στα 13 και δεν κλείνει με χρήματα, αλλά με νόημα.

Σε μια Ελλάδα που συχνά λειτουργεί με ζηλοτυπία, ειρωνεία και αμφιβολία για όσους ξεφεύγουν από το καλούπι, η Κούρκουλου προσπαθεί να αρθρώσει το δικαίωμα στην αυθεντικότητα. Δεν είναι σωτήρας, δεν είναι αγία, δεν είναι άγγελος της φιλανθρωπίας. Είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα σε έναν κόσμο που την έχει τοποθετήσει σε βάθρο χωρίς να το ζητήσει. Και το βάθρο, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουμε, δεν προσφέρει ύψος, προσφέρει έκθεση.

Κι ίσως αυτό είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα. Όχι οι θέσεις της, αλλά η ανάγκη της να τις εξηγήσει. Όχι η απλότητα που επιδιώκει, αλλά η προσπάθεια να απεκδυθεί τη βαρύτητα ενός ονόματος που δεν επέλεξε. Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι κατασκευάζουν προσωπεία, εκείνη μοιάζει να παλεύει να τα αποτινάξει.

Κι αυτό, στην Ελλάδα του 2025, είναι πιο πολιτικό από όσο νομίζει.

@apotso

Η συνέντευξη στον Αντώνη Σρόιτερ δεν είναι απλώς μια παρουσίαση μιας δραστήριας νέας γυναίκας που μιλά για προσωπικές επιλογές, μητρότητα ή ακτιβισμό. Είναι μια πολιτισμική επιχείρηση ανακατασκευής της δημόσιας εικόνας της. Η Εριέττα Κούρκουλου, γόνος της οικογένειας Λάτση, μέλος ενός από τα ισχυρότερα οικονομικά κατεστημένα της χώρας, κάνει κάτι που ελάχιστοι από τον κύκλο της τολμούν: προσπαθεί να αρθρώσει μια ηθική ταυτότητας που διαφοροποιείται από το οικογενειακό brand.

Αν το δει κανείς ψύχραιμα, αυτή είναι μια στρατηγική με δύο σκέλη:

  • Εξατομίκευση: «δεν είμαι το όνομά μου», «έχω ζήσει την άλλη ζωή», «είμαι φυσιολογική».
  • Αποστασιοποίηση: Προβάλλει τη στροφή στην απλότητα, στη φιλανθρωπία, στον vegan τρόπο ζωής, στα «φυσιολογικά σχολεία» και στα βιώματα με λαϊκούς ανθρώπους.

Αυτή είναι μια συνήθης διεθνώς τάση σε παιδιά μεγάλων οικογενειών: η ανάγκη απόσχισης από την υπερταυτότητα. Η Εριέττα τη χειρίζεται με επικοινωνιακά ώριμο τρόπο: σταθερή γλώσσα, συναισθηματική αφήγηση, αποφυγή υπερβολών.

Από τη συνέντευξη προβάλλει μια σταθερή ψυχική γραμμή:

Το παραδέχεται καθαρά: το ξέσπασμα, η υπεραντιστάθμιση της εφηβείας, η ανάγκη να βρει προσανατολισμό, η ταύτιση με αξίες που ο ίδιος της είχε μεταδώσει.

Από εδώ ξεκινούν τρεις ψυχολογικές τάσεις:

  1. Ανάγκη ηθικής νομιμοποίησης
    Η ίδια νιώθει ότι πρέπει να αποδείξει πως «αξίζει», όχι οικονομικά, αλλά ηθικά.
    Αυτό εξηγεί τον έντονο ακτιβισμό, την ενασχόληση με κακοποιήσεις ζώων, την εμμονή στον φυσικό τοκετό, την ενασχόληση με φυλακισμένους.
  2. Ενοχή προνομίου
    Τη βλέπεις στη φράση της: «Μακάρι όλοι οι πλούσιοι να κάνανε 5 πράγματα για το κοινό καλό.» Είναι εσωτερική κριτική προς τον κόσμο της.
  3. Ανάγκη ελέγχου
    Από τη vegan διατροφή, τη μητρότητα χωρίς παρεμβάσεις, μέχρι την επιλογή σχολείων.
    Είναι χαρακτηριστικό παιδιών που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου όλα είναι παρόντα, εκτός από ένα: το αίσθημα ασφάλειας.

Η Κούρκουλου χτίζει μεθοδικά μια δημόσια persona:

  • πάω στο σούπερ μάρκετ
  • διαλέγω ψωμί
  • αλλάζω πάνες
  • πάω σε ταβέρνες
  • οι φίλοι μου είναι «φυσιολογικοί άνθρωποι»

Αυτό συνιστά μια πολιτισμική άμυνα απέναντι στην κοινωνική προκατάληψη: «Τι κάνεις εσύ εδώ; Τι ξέρεις από τη ζωή;»

Δείχνει ότι έχει επίγνωση πως η κοινωνία περιμένει από εκείνη να απολογηθεί για τον πλούτο της.
Και αυτή η απολογία γίνεται αφήγημα: «είμαι μαζί σας».

Αυτό είναι σημαντικό:
Δεν επιλέγει την υπεράσπιση της τάξης της.
Επιλέγει τη συναισθηματική γέφυρα με τους «από κάτω».

Η ίδια αρνείται ότι θέλει να μπει στην πολιτική.
Αυτό είναι μερικώς αληθές.

Δεν δείχνει να επιθυμεί την κομματική πολιτική.
Αλλά η συνέντευξη έχει έντονο πολιτικό αποτύπωμα:

  • κριτική στο σύστημα υγείας
  • στα νοσοκομεία και στη διαφθορά των «τηλεφώνων»
  • στη μαιευτική βία
  • στο εκπαιδευτικό σύστημα
  • στην υπογεννητικότητα
  • στο κόστος ζωής
  • στη θέση της γυναίκας
  • στο ποινικό σύστημα
  • στον ρατσισμό
  • στην κοινωνική τοξικότητα

Όλα αυτά είναι πολιτικές παρεμβάσεις, έστω άτυπες.

Η Κούρκουλου μοιάζει να χτίζει μια ηθική επιρροή, όχι κομματική.
Αυτό ταιριάζει με διεθνείς φιγούρες τύπου:

  • Emma Watson
  • Meghan Markle (ως κοινωνική καταγγελία)
  • Τα παιδιά των Kennedy
  • Παλαιότερα οι Onassis heirs

Δεν είναι πολιτικός.
Ακολουθεί το μοτίβο του moral influencer.

Ναι. Αλλά όχι εξουσία.
Θέλει να την ακούν, όχι να διοικήσει.

Στη συνέντευξη, τα επιχειρήματά της έχουν τρία επίπεδα:

Είναι αυθεντική όταν μιλά για ζώα, μαιευτική βία, κακοποίηση. Αυτά δεν είναι επικοινωνιακά, είναι βαθιά προσωπικά.

Έχει επαρκή αντίληψη για:

  • τα ελληνικά νοσοκομεία
  • την ανασφάλεια των οικογενειών
  • την ανεπάρκεια κοινωνικών δομών
  • τις ανάγκες των γυναικών

Δεν λέει ανοησίες.
Είναι ενημερωμένη, συχνά καλύτερα από πολιτικούς.

Δηλώνει «ιδεολογική αριστερή», αλλά χωρίς ριζοσπαστισμό.
Μια soft-left ευαισθησία των εύπορων οικογενειών που επιζητούν ηθικό έρεισμα.

Δεν έχει βάθος πολιτικής θεωρίας, έχει βάθος ηθικής αντίληψης.

Από τα λεγόμενά της προκύπτουν τρεις στόχοι:

Θέλει να φαίνεται εκτός των τειχών.

Αναλαμβάνει τον ρόλο της «καλής κληρονόμου».
Είναι κάτι ανάμεσα σε αυτοπροστασία και κοινωνικό κώδικα.

Με πιθανόν μελλοντικό ρόλο: όχι υποχρεωτικά πολιτικό, αλλά δημόσιο, θεσμικό, τύπου:

  • head of foundation
  • κοινωνική εκπρόσωπος
  • ηγετική μορφή στον χώρο της δημόσιας συζήτησης για γυναίκες–ζώα–παιδιά

Δεν διεκδικεί αξίωμα, διεκδικεί κύρος.

Αν πάρουμε την έκφραση «ποια είναι η πετριά της», αυτή δεν είναι αρνητική.
Είναι η ψυχική εμμονή που καθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου.

Για την Εριέττα Κούρκουλου η «πετριά» είναι:

Όλα τα υπόλοιπα — vegan, φιλανθρωπία, μητρότητα, φυσικός τοκετός, «φυσιολογικές» παρέες — είναι εκφάνσεις αυτής της εμμονής.

Δεν είναι υποκρισία.
Δεν είναι ψώνιο.
Είναι παρατεταμένη ανάγκη αυτοδικαίωσης.

Με άλλα λόγια:
Η πετριά της είναι η μάχη ενάντια στην προκατάληψη του προνομίου.

Η Κούρκουλου δεν είναι πολιτική φιγούρα.
Είναι όμως κοινωνικό σημείο αναφοράς.

Αν συνεχίσει:

  • να μιλάει για συστημικά θέματα,
  • να χτίζει κοινό,
  • να κάνει δημόσιες παρεμβάσεις,

τότε θα αποκτήσει ηθικό πολιτικό βάρος, όχι θεσμικό.

Και αυτό συχνά είναι πιο αποτελεσματικό στην εποχή μας.

Η συνέντευξη αναδεικνύει μια γυναίκα που προσπαθεί να:

  • δραπετεύσει από την ταυτότητα του πλούτου,
  • γιατρέψει την εφηβική της απώλεια,
  • επιβεβαιώσει την αξία της,
  • συγκροτήσει ηθική δημόσια παρουσία,
  • υποστηρίξει κοινωνικά αδύναμους,
  • κερδίσει σεβασμό και όχι θαυμασμό.

Δεν είναι ρηχή. Δεν είναι θύμα των δημοσίων σχέσεων. Δεν είναι υπερβολικά πολιτικοποιημένη.
Είναι μια γυναίκα που κουβαλάει βάρος, που προσπαθεί να το μετατρέψει σε έργο, και το κάνει με συνέπεια.

Αν έχει μια «πετριά», είναι ότι ζει με μόνιμη αυτοπαρατήρηση.
Και αυτό είναι σπάνιο για τον κοινωνικό της χώρο.

Intelligence Report: Sign Up

×