Καταφύγιο πολιτικής ανεπάρκειας: να λες τον άλλο νεοδωσίλογο – Άποψη 15/04

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η επανεμφάνιση στην αντιπολιτευόμενη αρθρογραφία φορτισμένων όρων όπως «νεοδωσιλόγοι» δεν είναι απλώς μια λεκτική υπερβολή. Είναι απόπειρα επαναφοράς μιας παλιάς ελληνικής μεθόδου: να μη συγκρούεσαι με τον αντίπαλο μόνο πολιτικά, αλλά να τον ακυρώνεις ηθικά και ιστορικά. Να μην τον παρουσιάζεις ως λάθος, αλλά ως μολυσμένο. Να μην τον κρίνεις για όσα κάνει, αλλά να τον εντάσσεις σε μια συμβολική γενεαλογία εθνικής ενοχής. Αυτό δεν είναι δημοκρατικός έλεγχος. Είναι επιστροφή στον καταστροφικό διχασμό. Και είναι πιο επικίνδυνο απ’ όσο φαίνεται, γιατί επιχειρεί να ξανανοίξει, με νέο λεξιλόγιο, τον παλιό εμφυλιοπολεμικό λογαριασμό.

Η Μεταπολίτευση ακριβώς γι’ αυτό υπήρξε ιστορική τομή. Δεν ήταν μόνο η πτώση της δικτατορίας. Ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας, η επάνοδος του κοινοβουλευτισμού, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, η οριστική επίλυση του πολιτειακού και, στη συνέχεια, η εδραίωση των δημοκρατικών και φιλελεύθερων θεσμών. Η Βουλή και η Προεδρία της Δημοκρατίας, με αφορμή τα 50 χρόνια από το 1974, υπογραμμίζουν ακριβώς αυτό: ότι η Μεταπολίτευση σήμανε ομαλότητα, ειρήνη και θεσμική σταθεροποίηση, όχι διαιώνιση της διχαστικής λογικής.

Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η Αριστερά απέκτησε πράγματι ένα ιστορικό ηθικό κεφάλαιο. Όχι αυθαίρετα, αλλά επειδή κουβαλούσε μνήμη διώξεων, αποκλεισμών, εξοριών και αγώνων. Αυτό το ηθικό απόθεμα υπήρξε πραγματικό και πολιτικά ισχυρό. Ακόμη και σήμερα αναγνωρίζεται στον δημόσιο διάλογο ότι η Αριστερά μπορούσε για δεκαετίες να επικαλείται μια ιστορία θυσιών και δημοκρατικής αντίστασης. Το πρόβλημα είναι ότι ένα ιστορικό κεφάλαιο δεν αποτελεί αιώνιο δικαίωμα πολιτικής υπεροχής. Δεν αρκεί να λες «κάποτε είχα δίκιο», όταν το παρόν σου δεν παράγει θεσμικό βάθος, αξιοπιστία και κυβερνητική σοβαρότητα.

Εδώ ακριβώς φαίνεται το αδιέξοδο. Η σημερινή ελληνική Αριστερά, τουλάχιστον σε ένα σημαντικό μέρος του λόγου της, δεν φαίνεται ικανή να μετατρέψει το ιστορικό της βάρος σε σύγχρονη πρόταση εξουσίας. Δεν μιλά πειστικά για παραγωγή πλούτου, για διοικητικό εκσυγχρονισμό, για αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, για ασφάλεια δικαίου, για μεταρρυθμίσεις με κοινωνικό πρόσημο. Αντί να παράγει μια νέα κανονικότητα, ανακυκλώνει έναν μόνιμο τόνο εξαίρεσης. Αντί να πείθει ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα, συχνά επενδύει στο να αποδείξει ότι όλοι οι άλλοι είναι ηθικά ανάξιοι να κυβερνούν. Αυτό είναι το καταφύγιο κάθε πολιτικού χώρου που έχει χάσει τη δημιουργική του αυτοπεποίθηση.

Γι’ αυτό και η λέξη «νεοδωσίλογος» δεν είναι δείγμα δύναμης, είναι σύμπτωμα αμηχανίας. Όποιος έχει στρατηγική, πρόγραμμα και κοινωνική γείωση δεν χρειάζεται να μετατρέψει τον αντίπαλο σε ιστορικό τέρας. Το κάνει όταν δεν μπορεί να τον νικήσει στο πεδίο της πειστικότητας. Τότε καταφεύγει σε μια ύστατη λύση: στην ηθική δαιμονοποίηση. Είναι η εύκολη συνταγή μιας κουρασμένης αντιπολίτευσης. Δεν απαντάς γιατί η οικονομία δεν δουλεύει για τους πολλούς, γιατί οι θεσμοί μπάζουν, γιατί η διοίκηση καθυστερεί, γιατί η δικαιοσύνη δεν πείθει. Πετάς μια βαριά λέξη και ελπίζεις ότι το συναίσθημα θα υποκαταστήσει το επιχείρημα.

Μόνο που η κοινωνία του 2026 δεν είναι η κοινωνία του 1976. Η χώρα κουβαλά πια μισό αιώνα δημοκρατικής συνέχειας και έχει περάσει από κρίσεις, μνημόνια, δημαγωγίες, κυβερνητικές μεταμορφώσεις και ιδεολογικές απογυμνώσεις. Το παλιό σχήμα «ηθικά ανώτερη Αριστερά απέναντι σε ιστορικά ένοχη Δεξιά» δεν λειτουργεί όπως κάποτε, ακριβώς επειδή η Ιστορία προχώρησε και η κοινωνία ζητά λογοδοσία στο παρόν. Γι’ αυτό και το ίδιο το αφήγημα περί «ηθικού πλεονεκτήματος» επανέρχεται κυρίως ως αμυντικός μηχανισμός σε έναν δημόσιο διάλογο που όλο και περισσότερο δοκιμάζει την αξιοπιστία, όχι τον συμβολισμό.

Η πιο σκληρή αλήθεια είναι ότι η Αριστερά δεν ζημιώνεται μόνο όταν σφάλλει. Ζημιώνεται όταν δείχνει πως δεν έμαθε τίποτα από τα τελευταία πενήντα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Δηλαδή ότι σε μια ώριμη δημοκρατία το ζητούμενο δεν είναι να κατεδαφίσεις τη νομιμοποίηση του αντιπάλου, αλλά να ανεβάσεις το επίπεδο της δημοκρατικής λογοδοσίας. Να κάνεις πιο απαιτητικούς τους θεσμούς, όχι πιο δηλητηριώδη τη γλώσσα. Να βελτιώσεις το πολίτευμα, όχι να το παρουσιάζεις διαρκώς σαν ένα σκηνικό που νομιμοποιείται μόνο όταν βολεύει τη δική σου αφήγηση. Η αντιπολίτευση που δεν επενδύει στην κανονικότητα, αργά ή γρήγορα επενδύει στον μηδενισμό.

Και εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το να σταυρώνεις τον αντίπαλο ως νεοδωσίλογο δεν είναι ριζοσπαστισμός. Είναι ιδεολογική τεμπελιά ντυμένη με ιστορική οργή. Είναι η ύστατη παρηγοριά ενός χώρου που αντί να παραγάγει νέο πολιτικό λόγο, ανακυκλώνει ηθικές καταδίκες από το παρελθόν για να κρύψει τη σημερινή του ανεπάρκεια. Αλλά η χώρα δεν έχει ανάγκη από νέο γύρο μετεμφυλιακής τοξικότητας. Έχει ανάγκη από αντιπολίτευση σοβαρή, θεσμική, αμείλικτη στον έλεγχο της εξουσίας και ταυτόχρονα αρκετά ώριμη ώστε να μη συγχέει τη δημοκρατική μάχη με την ηθική εξόντωση του αντιπάλου.

Intelligence Report: Sign Up

×