Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Το πιο ενδιαφέρον στην έρευνα «Τι Προσλαμβάνει και τι Περιμένει η Ελληνική Κοινωνία» που διεξήγαγε η Metron Analysis για 9ο ετήσιο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών δεν είναι ότι οι πολίτες εμφανίζονται δυσαρεστημένοι. Αυτό, στην Ελλάδα, είναι σχεδόν εθνικό σπορ. Το ενδιαφέρον είναι ότι η δυσαρέσκεια δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε καθαρό αίτημα πολιτικής εναλλαγής. Δεν έχουμε, δηλαδή, μια κοινωνία που λέει «φύγετε να έρθουν οι άλλοι». Έχουμε κάτι πιο δύσκολο, πιο βαθύ και πιο επικίνδυνο: μια κοινωνία που λέει «δεν πιστεύω κανέναν αρκετά ώστε να του αναθέσω με ενθουσιασμό την επόμενη μέρα». Αυτό είναι το πραγματικό εύρημα κάτω από τους αριθμούς.
Η συμβατική ανάγνωση θα έλεγε ότι η κυβέρνηση φθείρεται. Προφανώς φθείρεται. Όταν ένας στους δύο θεωρεί ότι η χώρα κάνει βήματα προς τα πίσω, όταν η ακρίβεια και η εισοδηματική ανεπάρκεια βρίσκονται στην κορυφή των προβλημάτων, όταν η Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου γίνονται σχεδόν ισοδύναμο πρόβλημα με την τσέπη, κανείς δεν μπορεί να παριστάνει ότι όλα βαίνουν καλώς. Αλλά αυτή η ανάγνωση είναι εύκολη, σχεδόν τεμπέλικη. Διότι το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει φθορά. Το ερώτημα είναι γιατί αυτή η φθορά δεν παράγει ακόμη καθαρό πολιτικό διάδοχο.
Εδώ αρχίζει η διαφορετική ανάγνωση. Η ελληνική κοινωνία δεν εμφανίζεται έτοιμη να επαναστατήσει. Δεν εμφανίζεται, όμως, ούτε διατεθειμένη να καταπιεί άλλο την ωραιοποιημένη αφήγηση της κανονικότητας. Βρίσκεται σε μια ενδιάμεση, γκρίζα, σχεδόν κυνική κατάσταση: ξέρει ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν βλέπει ποιος μπορεί να το διορθώσει. Δεν ζητά ιδεολογική λύτρωση. Ζητά στοιχειώδη αξιοπιστία. Και αυτό είναι πρόβλημα για όλους, όχι μόνο για την κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση πλήττεται στον πυρήνα της εικόνας της. Το πολιτικό της brand χτίστηκε πάνω στην ιδέα ότι μπορεί να κυβερνά αποτελεσματικά, τεχνοκρατικά, συγκεντρωτικά, με ταχύτητα και πειθαρχία. Το λεγόμενο επιτελικό κράτος δεν ήταν απλώς διοικητική επιλογή. Ήταν υπόσχεση. Έλεγε στους πολίτες: «δώστε μας κέντρο εξουσίας για να έχετε αποτέλεσμα». Η έρευνα δείχνει ότι αυτή η συναλλαγή δεν πείθει πια. Όταν η πλειοψηφία θεωρεί ότι το επιτελικό κράτος είτε δεν άλλαξε πολλά είτε συγκέντρωσε υπερβολικές εξουσίες χωρίς αντίβαρα, τότε δεν έχουμε απλώς επικοινωνιακό πρόβλημα. Έχουμε αποτυχία του ίδιου του κυβερνητικού επιχειρήματος.
Αλλά ας μη βιαστούν οι αντίπαλοι να ανοίξουν σαμπάνιες. Η κοινωνία δεν τους περιμένει με λουλούδια στην πλατεία. Η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση δεν είναι ταυτόχρονα εμπιστοσύνη στην αντιπολίτευση. Αυτό είναι το μεγάλο λάθος που κάνουν συχνά τα κόμματα εκτός εξουσίας: νομίζουν ότι κάθε κυβερνητική φθορά είναι δικό τους κέρδος. Δεν είναι. Μερικές φορές είναι απλώς πολιτική σκόνη που αιωρείται. Θολώνει το τοπίο, αλλά δεν χτίζει εναλλακτική.
Η κοινωνία, λοιπόν, μοιάζει να λέει κάτι πολύ συγκεκριμένο: «Δεν θέλω άλλες μεγάλες λέξεις. Θέλω να δω αν μπορώ να πληρώσω το σούπερ μάρκετ, αν η Δικαιοσύνη λειτουργεί χωρίς εξαιρέσεις, αν το Σύνταγμα τηρείται χωρίς αστερίσκους, αν το κράτος είναι δικό μου ή των ισχυρών». Αυτό δεν είναι αντισυστημισμός με την κλασική έννοια. Είναι δημοκρατικός πεσιμισμός. Ο πολίτης δεν θέλει απαραίτητα να γκρεμίσει το σπίτι. Θέλει να μάθει αν το σπίτι έχει θεμέλια ή αν απλώς το βάφουν κάθε τέσσερα χρόνια πριν από τις εκλογές.
Το βαρύτερο εύρημα δεν είναι η ακρίβεια μόνη της. Η ακρίβεια, όσο επώδυνη και αν είναι, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί πολιτικά ως οικονομικός κύκλος, ως διεθνής πίεση, ως πρόβλημα αγορών. Όμως εδώ η ακρίβεια συναντά τη Δικαιοσύνη. Και όταν η τσέπη συναντά την αίσθηση αδικίας, το αποτέλεσμα δεν είναι απλή γκρίνια. Είναι ηθική αποξένωση. Ο πολίτης που δεν βγάζει τον μήνα και ταυτόχρονα πιστεύει ότι οι μεγάλες υποθέσεις δεν θα φτάσουν ποτέ ως το τέλος, δεν αισθάνεται απλώς φτωχότερος. Αισθάνεται κορόιδο.
Εδώ βρίσκεται και το όριο του οικονομισμού. Δεν αρκεί να πεις στον πολίτη ότι η χώρα έχει ανάπτυξη, επενδύσεις, δημοσιονομική σταθερότητα. Αν εκείνος ζει με το άγχος του λογαριασμού, η μακροοικονομία του ακούγεται σαν διάλεξη σε ξένη γλώσσα. Και αν, την ίδια στιγμή, θεωρεί ότι οι θεσμοί λειτουργούν «κατά περίπτωση», τότε η οικονομική αφήγηση καταρρέει πολιτικά. Διότι η ανάπτυξη χωρίς δικαιοσύνη μοιάζει με πάρτι στο οποίο οι πολλοί δουλεύουν στο σέρβις και οι λίγοι κρατούν την πρόσκληση.
Το παράδοξο, όμως, είναι ότι μέσα σε αυτή τη δυσπιστία επιβιώνει, και ενισχύεται, το ευρωπαϊκό πρόταγμα. Αυτό είναι κρίσιμο. Η κοινωνία δεν στρέφεται μαζικά προς την έξοδο, την απομόνωση ή τον εθνικό αυτάρκη μύθο. Αντιθέτως, φαίνεται να ζητά περισσότερη Ευρώπη. Όχι επειδή ξαφνικά έγινε φεντεραλιστικό σεμινάριο. Αλλά επειδή αντιλαμβάνεται την Ευρώπη ως εξωτερικό θεσμικό εγγυητή. Όταν δεν εμπιστεύεσαι πλήρως το εθνικό κράτος, ψάχνεις κάπου αλλού κανόνες, ασφάλεια και αντίβαρα.
Άρα το πολιτικό διακύβευμα δεν είναι «Μητσοτάκης ή αντι-Μητσοτάκης». Αυτό είναι το μικρό κάδρο, χρήσιμο για πάνελ, φτωχό για ανάλυση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος μπορεί να επανασυνδέσει τρία πράγματα που έχουν αποσυνδεθεί: οικονομική ασφάλεια, θεσμική αξιοπιστία και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Όποιος μιλήσει μόνο για μισθούς, θα χάσει το θεσμικό βάθος. Όποιος μιλήσει μόνο για θεσμούς, θα μοιάζει πολυτελής μπροστά στο καλάθι του σούπερ μάρκετ. Όποιος μιλήσει μόνο για Ευρώπη, θα ακουστεί σαν να μεταθέτει το πρόβλημα στις Βρυξέλλες.
Η ελληνική κοινωνία δεν ζητά θαύμα. Ζητά κάτι πιο απλό και γι’ αυτό πιο δύσκολο: να πάψει να υποψιάζεται το ίδιο της το κράτος. Να πιστέψει ότι ο νόμος δεν είναι λάστιχο, ότι η ανάπτυξη δεν είναι βιτρίνα, ότι οι θεσμοί δεν είναι διακοσμητικά σε κυβερνητικά PowerPoint. Μέχρι τότε, καμία πολιτική δύναμη δεν δικαιούται να θεωρεί τη δυσαρέσκεια ιδιοκτησία της. Είναι κοινόχρηστος πολιτικός κίνδυνος. Και όποιος τον διαβάσει πρώτος σωστά, θα έχει πλεονέκτημα. Όποιος τον διαβάσει ως απλή δημοσκοπική φθορά, θα ξυπνήσει αργά.
Intelligence Report: Sign Up






