Προϋπολογισμός 2026: Σφιχτή δημοσιονομική πειθαρχία, σε μια κοινωνία που ζητά εγρήγορση

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Ο Προϋπολογισμός 2026, που κατατέθηκε σήμερα από τον Κυριάκο Πιερακάκη στην Βουλή, είναι ξεκάθαρα ένα πολιτικό κείμενο στρατηγικής: θέλει να κλειδώσει την εικόνα της «κανονικής, αξιόπιστης» Ελλάδας της μετα-μνημονιακής εποχής, χωρίς να εγκαταλείψει τις προσδοκίες για παροχές. Η κυβέρνηση λέει στους εταίρους «μένουμε σε πλεονάσματα», στην εσωτερική κοινή γνώμη «υπάρχει χώρος για ελαφρύνσεις και ενισχύσεις» και στις αγορές «το χρέος παραμένει διαχειρίσιμο».

Ο κρατικός Προϋπολογισμός του 2026 δεν είναι απλώς μια λογιστική αποτύπωση, είναι μια δήλωση πολιτικής πρόθεσης σε μια περίοδο που η χώρα αναζητά σταθερή πυξίδα. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτούν οι Βρυξέλλες και στην κοινωνική πίεση για ουσιαστικές ενισχύσεις, προβάλλοντας την εικόνα μιας οικονομίας που επιστρέφει στην κανονικότητα χωρίς να εγκαταλείπει τη φιλοδοξία της ανάπτυξης. Το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, η αποκλιμάκωση του χρέους και η εξάρτηση από το Ταμείο Ανάκαμψης συνθέτουν έναν προϋπολογισμό που κοιτά ταυτόχρονα προς Βορρά και προς το εσωτερικό ακροατήριο. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, κρύβεται το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα: αν η χώρα μπορεί να διατηρήσει μια σταθερή πορεία χωρίς να διολισθαίνει σε υπεραισιόδοξες παραδοχές ή σε υποσχέσεις που ξεπερνούν τα όρια της οικονομικής αντοχής. Πρόκειται για έναν προϋπολογισμό που δεν επιτρέπει χαλαρότητα, ούτε στην κυβέρνηση ούτε στην κοινωνία.

Ο προϋπολογισμός στηρίζεται σε ρυθμό ανάπτυξης 2,2% το 2025 και 2,4% το 2026, πληθωρισμό που επανέρχεται κοντά στο 2% και πολύ ισχυρή αύξηση επενδύσεων (5,7% το 2024, 10,2% το 2026).

Στο δημοσιονομικό σκέλος, τα κρίσιμα στοιχεία είναι:

  • Πρωτογενές πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 3,7% του ΑΕΠ το 2025 και 2,8% το 2026.
  • Συνολικό αποτέλεσμα: +0,6% του ΑΕΠ το 2025, -0,2% το 2026.
  • Χρέος: από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 145,9% το 2025 και 138,2% το 2026, με στόχευση το 119% το 2029.

Πολιτικά, αυτό είναι ένα διπλό μήνυμα:

  • προς τις Βρυξέλλες, ότι η Ελλάδα μπαίνει στη νέα ευρωπαϊκή δημοσιονομική αρχιτεκτονική με «μαξιλάρι» πρωτογενών πλεονασμάτων
  • προς το εσωτερικό, ότι μπορεί να χρηματοδοτεί μόνιμες παρεμβάσεις χωρίς να σπάει το πλαίσιο πειθαρχίας.

Ο προϋπολογισμός προβλέπει δημοσιονομικές παρεμβάσεις 2,9 δισ. ευρώ για το 2026 (1,76 δισ. τα μέτρα της ΔΕΘ, 1,14 δισ. προ-θεσμοθετημένα). Η φιλοσοφία είναι:

  • Συνέχιση της γραμμής «υψηλά πρωτογενή-στοχευμένες παροχές»: η χώρα έχει ήδη καταγράψει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2023, με μέσο όρο 3,4% του ΑΕΠ σύμφωνα με τους οίκους αξιολόγησης.
  • Ενίσχυση επενδύσεων και ΠΔΕ με βαριά εξάρτηση από το RRF, που ήδη χρηματοδοτεί μεγάλο μέρος της αύξησης των επενδύσεων και της δημόσιας δαπάνης.
  • Αύξηση αμυντικών δαπανών: οι δαπάνες του ΥΠΕΘΑ φτάνουν τα 6.955 εκατ. για το 2026, με εξοπλιστικά 3,2 δισ. ευρώ και φυσικές παραλαβές 2,3 δισ. Πίσω από αυτό υπάρχει σαφές γεωπολιτικό σήμα σε ΝΑΤΟ/ΗΠΑ – αλλά και ένας παράγοντας πίεσης στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό περιθώριο.
  • Προϋπολογισμός επιδόσεων και «πράσινη διάσταση»: στοχεύει να ενσωματώσει την περιβαλλοντική επίπτωση εσόδων-δαπανών και να επεκτείνει την επισκόπηση δαπανών. Πρόκειται για κίνηση προσαρμογής στον νέο ευρωπαϊκό τρόπο εποπτείας (green & performance budgeting).

Συνολικά, η στρατηγική είναι: «κρατάω σφιχτό ισοζύγιο, αξιοποιώ τις καλές επιδόσεις είσπραξης και το RRF για να χρηματοδοτήσω άμυνα, επενδύσεις και στοχευμένες ενισχύσεις».

  1. Υπεραισιόδοξες παραδοχές για επενδύσεις και RRF
    Η διψήφια αύξηση επενδύσεων το 2026 προϋποθέτει συνεχόμενη, απρόσκοπτη απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης μέχρι το 2027. Μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει λάβει ήδη ~18 δισ. ευρώ (περίπου 8% του ΑΕΠ) και σχεδιάζει να φτάσει τα 36 δισ. έως το 2027. Αν υπάρξουν καθυστερήσεις ή μεταβολές στις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, η επενδυτική ώθηση θα αποδυναμωθεί και μαζί της τα έσοδα.
  2. Ρόλος της «υπερ-είσπραξης» φόρων
    Την τελευταία διετία η υπερεκτέλεση εσόδων (λόγω ανάπτυξης, πληθωρισμού και περιορισμού φοροδιαφυγής) δημιούργησε δημοσιονομικό χώρο για μόνιμα μέτρα (περίπου 2,3% του ΑΕΠ σύμφωνα με την ΤτΕ). Η παραδοχή του προϋπολογισμού είναι ότι αυτό το μοτίβο συνεχίζεται. Αν όμως η συγκυρία γυρίσει (χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης, επιβράδυνση κατανάλωσης), ο χώρος θα μειωθεί.
  3. Τεχνική διαχείριση δαπανών και αναβολές
    Τα στοιχεία εκτέλεσης δείχνουν ότι μέρος της «υπερ-απόδοσης» στους στόχους οφείλεται και σε αναβολές πληρωμών ή υποεκτέλεση επενδυτικών δαπανών. Αυτό δεν παραβιάζει τους κανόνες, αλλά δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη: τα πραγματικά περιθώρια ίσως είναι στενότερα από ό,τι φαίνεται σε ταμειακή βάση.

Αν κοιτάξει κανείς την πορεία της τελευταίας εξαετίας, η εικόνα αλλάζει ριζικά σε σχέση με την εποχή των μνημονίων:

  • Από χρέος 207% του ΑΕΠ το 2020, έχουμε αποκλιμάκωση κάτω από 162% το 2023 και επιπλέον πτώση το 2024, με προοπτική 138,2% το 2026.
  • Το 2023 και το 2024 η Ελλάδα καταγράφει ήδη υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και μάλιστα συνολικό πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ το 2024 – μία από τις λίγες χώρες της ΕΕ με πλεόνασμα.
  • Οι οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίζουν τη χώρα, επικαλούμενοι ακριβώς τη σταθερή δημοσιονομική γραμμή.

Η αδυναμία του είναι ότι η ανθεκτικότητά του εξαρτάται έντονα από τρεις εξωτερικούς παράγοντες:

  • τη διατήρηση υψηλότερης ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης,
  • την ομαλή ροή πόρων του RRF,
  • την απουσία νέου μεγάλου σοκ (ενέργεια, φυσικές καταστροφές, ύφεση στην ΕΕ).

Από το 2020 και μετά έχουμε:

  • 2020-2021: βαθιά ελλείμματα λόγω πανδημίας και εκτόξευση χρέους.
  • 2022: επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταγράφει ήδη σαφή βελτίωση του ισοζυγίου.
  • 2023-2024: συστηματική υπεραπόδοση στόχων (έσοδα πάνω από προβλέψεις, μικρότερο έλλειμμα ή πλεόνασμα) και ταυτόχρονη υιοθέτηση νέων μέτρων στήριξης
  • 2025: τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ξανά υπεραπόδοση του πρωτογενούς αποτελέσματος σε σχέση με τους στόχους.

Αν μεταφέρουμε αυτό το ιστορικό στον Προϋπολογισμό 2026, η πιο ρεαλιστική πρόβλεψη είναι:

  • Το πρωτογενές πλεόνασμα πιθανότατα θα βρεθεί λίγο πάνω από τον στόχο 2,8% του ΑΕΠ- υπό την προϋπόθεση ότι η ανάπτυξη δεν εκτροχιάζεται και δεν υπάρξει νέο μεγάλο πακέτο «έκτακτων» παροχών.
  • Το συνολικό αποτέλεσμα (-0,2% του ΑΕΠ στον σχεδιασμό) μπορεί στην πράξη να πλησιάσει το μηδέν ή και να μετατραπεί σε οριακό πλεόνασμα, εφόσον συνεχιστεί η πρακτική προσεκτικής εκτέλεσης του ΠΔΕ και δεν σπάσουν τα ανώτατα όρια δαπανών.

Ο βασικός πολιτικός κίνδυνος είναι ο εξής: όσο η κυβέρνηση «γράφει πλεονάσματα», τόσο θα αυξάνεται η πίεση, κοινωνική και κομματική, για μόνιμες αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα. Εάν αυτή η πίεση μετατραπεί σε βεβιασμένη διεύρυνση μέτρων πέρα από τα ήδη κοστολογημένα 2,9 δισ., το προφίλ αξιοπιστίας μπορεί να ραγίσει.

Ο Προϋπολογισμός 2026 δεν είναι προϋπολογισμός «λιτότητας», ούτε όμως και ανεξέλεγκτης γενναιοδωρίας. Είναι το επόμενο βήμα σε μια στρατηγική που λέει:

  • «Κλειδώνω» υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και πτώση χρέους,
  • αξιοποιώ την υπεραπόδοση εσόδων και το RRF για άμυνα, επενδύσεις και στοχευμένες κοινωνικές ενισχύσεις,
  • συμμορφώνομαι με τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες (performance & green budgeting) ώστε να μη χαθεί η εικόνα «καλού μαθητή».

Το κρυφό στοίχημα είναι αν η οικονομία και η πολιτική πειθαρχία θα αντέξουν να συντηρήσουν αυτό το μείγμα μέχρι το 2029, χωρίς να σπάσει είτε η κοινωνική ανοχή είτε η εμπιστοσύνη των αγορών. Με βάση την εκτέλεση των προϋπολογισμών της τελευταίας εξαετίας, η πιθανότητα επιτυχίας είναι υπαρκτή, αλλά όχι δεδομένη. Κυρίαρχο ρόλο θα παίξει η στάση της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης στην επερχόμενη μακρά προεκλογική περίοδο πριν τις εκλογές του 2027. Ο λαϊκισμός που δείχνει να επανακάμπτει τους τελευταίους μήνες θα αποτελέσει τον καταλύτη για τον αν η χώρα θα ωριμάσει σε ένα ασταθές περιβάλλον, στο οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία της αποτελεί το υπόδειγμα της επιτυχίας, αντί για το fale state που την τελευαία 15ετία φάνταζε ως η ταυτότητα της χώρας.

Intelligence Report: Sign Up

×