StrategyOnline.gr
Intelligence Briefings

Οι σύγχρονοι φεουδάρχες και οι Δελαπατρίδηδες της πολιτικής – Άποψη 17/08

17 Αυγούστου, 2026Απόστολος Τσοράκης
Η πραγματική αγορά είναι η αστάθεια
📲
Η ενημέρωση της ημέρας στο WhatsApp
Ακολούθησε το StrategyOnline.gr και λάβε καθημερινά τις σημαντικότερες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, χωρίς περιττό θόρυβο.
Ακολούθησε το κανάλι μας στο WhatsApp
Δωρεάν ενημέρωση, με δυνατότητα διακοπής ανά πάσα στιγμή.

Υπάρχει μια σκοτεινή οικονομία της πολιτικής που δεν αποτυπώνεται στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Δεν είναι κατ’ ανάγκην παράνομη, ούτε χρειάζεται να μεταφέρεται με βαλίτσες. Είναι η οικονομία της επιρροής. Μέσα ενημέρωσης που λειτουργούν με ζημιές, χρηματοδοτήσεις πολιτικών και επικοινωνιακών μηχανισμών, think tanks, εταιρείες δημοσκοπήσεων, στρατοί λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα, συνέδρια, χορηγίες, δημόσιες σχέσεις, πρόσβαση σε πολιτικούς, δημοσιογράφους και διαμορφωτές γνώμης. Το πραγματικό ύψος αυτής της οικονομίας δεν μπορεί να υπολογιστεί σοβαρά χωρίς στοιχεία. Και όποιος πετά αριθμούς χωρίς τεκμήρια δεν κάνει έρευνα, κάνει μυθολογία.

Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι «πόσα λεφτά πέφτουν». Είναι τι αγοράζουν αυτά τα λεφτά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί πλέον τόσο σοβαρό το πρόβλημα της σχέσης οικονομικής ισχύος, ιδιοκτησίας ΜΜΕ και πολιτικής επιρροής, ώστε ο European Media Freedom Act επιβάλλει μεγαλύτερη διαφάνεια στην ιδιοκτησία, στις συγκεντρώσεις της αγοράς και στην κρατική διαφήμιση. Η ίδια η Επιτροπή επιμένει ότι η ανεξαρτησία των μέσων αποτελεί όρο δημοκρατικής λογοδοσίας. Για την Ελλάδα, οι Reporters Without Borders περιγράφουν μια αγορά όπου λίγοι επιχειρηματίες ελέγχουν μεγάλο μέρος των μέσων, ενώ δραστηριοποιούνται παράλληλα σε έντονα ρυθμιζόμενους οικονομικούς κλάδους και ορισμένοι διατηρούν στενούς δεσμούς με την πολιτική ελίτ.

Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι κάποιος συγκεκριμένος επιχειρηματίας «χρηματοδοτεί την αποσταθεροποίηση». Αυτή είναι πολύ βαρύτερη κατηγορία και απαιτεί τραπεζικά ίχνη, εταιρικές διαδρομές, συμβάσεις, πραγματικούς δικαιούχους και συγκεκριμένες συναλλαγές. Η φιλοσοφική άσκηση αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η εύκολη συνωμοσιολογία.

Η αποσταθεροποίηση ως επένδυση

Ο σύγχρονος ολιγάρχης δεν χρειάζεται πάντοτε να αγοράσει έναν πρωθυπουργό. Του είναι χρησιμότερο να αποκτήσει δικαίωμα βέτο στο πολιτικό σύστημα.

Η σταθερή δημοκρατία έχει κανόνες, θεσμούς, προβλεψιμότητα και συνεπώς περιορίζει την αξία της προσωπικής πρόσβασης. Αντίθετα, σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό περιβάλλον, όπου κυβερνήσεις, κόμματα και πολιτικοί εξαρτώνται από επικοινωνιακή υποστήριξη, η πρόσβαση γίνεται πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο.

Εδώ εμφανίζεται μια ιδιότυπη νεοφεουδαρχία.

Ο παλαιός φεουδάρχης είχε γη, στρατό και υποτελείς. Ο σύγχρονος διαθέτει κεφάλαιο, πληροφορία, επικοινωνιακή ισχύ και δίκτυα πρόσβασης. Δεν χρειάζεται να καταλύσει τη δημοκρατία. Αρκεί να αυξήσει το κόστος λειτουργίας της τόσο ώστε οι πολιτικοί να χρειάζονται συνεχώς τη μεσολάβησή του.

Και τότε εμφανίζεται ο δεύτερος πρωταγωνιστής, ο Δελαπατρίδης της πολιτικής, ο άνθρωπος που νομίζει ότι χειρίζεται τον χρηματοδότη, το μέσο ή το σύστημα επιρροής, ενώ στην πραγματικότητα έχει ήδη γίνει προϊόν του.

Το προηγούμενο Σαμαρά

Η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά έχει ενδιαφέρον όχι επειδή αποδεικνύει κάποια κρυφή οικονομική συναλλαγή, τέτοιος ισχυρισμός χωρίς αποδείξεις θα ήταν αυθαίρετος, αλλά επειδή προσφέρει ένα εξαιρετικό παράδειγμα των κινδύνων της πολιτικής επένδυσης στην οργή.

Strategic Use Case

Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;

Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.

Το 2011 η Νέα Δημοκρατία επέμενε ότι η αντιμνημονιακή γραμμή του Ζαππείου δεν ήταν «ευκαιριακή». Λίγους μήνες αργότερα, ο Σαμαράς στήριζε την κυβέρνηση Παπαδήμου και αποδεχόταν την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής που συνδεόταν με τις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου, ενώ τελικά απέστειλε και την περίφημη επιστολή προς τους πιστωτές.

Δεν είναι ακριβές ιστορικά να πούμε ότι ο Σαμαράς «γέννησε» μόνος του τους Αγανακτισμένους, τη Χρυσή Αυγή και τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κοινωνία βρισκόταν ήδη μέσα σε μια πρωτοφανή οικονομική και θεσμική αποσύνθεση. Όμως η αντιμνημονιακή στρατηγική της ΝΔ συνέβαλε στη νομιμοποίηση μιας πολιτικής γλώσσας σύμφωνα με την οποία το Μνημόνιο μπορούσε περίπου να ακυρωθεί διά της πολιτικής βουλήσεως.

Όταν ο ίδιος ο φορέας αυτής της υπόσχεσης αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, η οργή δεν εξαφανίστηκε.

Μετακόμισε.

Αυτό είναι το σημείο που έχει τεράστια ιστορική σημασία.

Το 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξευόταν, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας μιλούσε ανοιχτά για αξιοποίηση της «λαϊκής οργής». Την ίδια περίοδο η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή και ενισχύθηκε μέσα στο περιβάλλον οικονομικής κατάρρευσης και κοινωνικής αγανάκτησης.

Εδώ βρίσκεται ο μεγάλος νόμος του λαϊκισμού: Όποιος απελευθερώνει την οργή δεν αποκτά την ιδιοκτησία της.

Μπορεί απλώς να ανοίγει την αγορά για τον επόμενο πλειοδότη.

Από τον πολιτικό στον πολιτικό εμπρηστή

Αυτό ακριβώς κάνει επικίνδυνη τη σημερινή επανάληψη του φαινομένου.

Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον πολιτικό που επιδιώκει να αντικαταστήσει μια κυβέρνηση και στον πολιτικό που χρειάζεται να απαξιωθεί ολόκληρο το σύστημα για να γίνει ο ίδιος αναγκαίος.

Ο πρώτος λέει: «Μπορώ να κυβερνήσω καλύτερα».

Ο δεύτερος πρέπει πρώτα να πείσει: «Τίποτε δεν λειτουργεί, κανείς δεν είναι έντιμος, όλοι είναι διεφθαρμένοι, οι θεσμοί είναι ελεγχόμενοι, μόνο εγώ βρίσκομαι έξω από το σύστημα».

Αυτός όμως βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο. Για να αποκτήσει την εξουσία πρέπει να καταστρέψει την εμπιστοσύνη προς το ίδιο το θεσμικό οικοδόμημα που φιλοδοξεί αύριο να διοικήσει.

Είναι σαν κάποιον που βάζει φωτιά στο ξενοδοχείο για να προσληφθεί ως διευθυντής του.

Και εδώ συναντώνται ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός με το οικονομικό συμφέρον. Ο πολιτικός χρειάζεται μηχανισμό προβολής, ο οικονομικός παράγοντας χρειάζεται πολιτική πρόσβαση. Ο ένας διαθέτει φιλοδοξία χωρίς υποδομή, ο άλλος υποδομή χωρίς λαϊκή νομιμοποίηση.

Η συναλλαγή δεν χρειάζεται καν να συμφωνηθεί ρητά.

Μπορεί να προκύψει οργανικά.

Η πραγματική αγορά είναι η αστάθεια

Γι’ αυτό η σημαντικότερη ερώτηση για τη σημερινή Ελλάδα δεν είναι ποιος επιχειρηματίας υποστηρίζει ποιον πολιτικό.

Είναι βαθύτερη: Ποιος αποκτά μεγαλύτερη ισχύ όταν η χώρα γίνεται λιγότερο κυβερνήσιμη;

Εάν ένας οικονομικός παράγοντας διαθέτει μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι σε τρεις αδύναμες κυβερνήσεις από όση απέναντι σε μία ισχυρή, θεσμικά αυτάρκη κυβέρνηση, τότε η αστάθεια αποκτά οικονομική αξία.

Και εάν ένας πολιτικός γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κερδίσει μέσα στην κανονικότητα, αποκτά κίνητρο να επενδύσει στην ανωμαλία.

Εκεί συναντιούνται οι σύγχρονοι φεουδάρχες με τους σύγχρονους Δελαπατρίδηδες.

Οι πρώτοι ενδέχεται να πιστεύουν ότι μπορούν να διαχειριστούν το χάος. Οι δεύτεροι ότι μπορούν να το καβαλήσουν.

Η ελληνική εμπειρία του 2010–2015 δείχνει πόσο επικίνδυνες είναι και οι δύο αυταπάτες.

Γιατί η αποσταθεροποίηση έχει ένα χαρακτηριστικό που οι πολιτικοί μηχανικοί της λησμονούν: δεν υπακούει στον δημιουργό της.

Ο Σαμαράς επένδυσε πολιτικά στην αντιμνημονιακή δυσαρέσκεια, αλλά όταν αναγκάστηκε να κυβερνήσει μέσα στους πραγματικούς περιορισμούς της χώρας, ένα μεγάλο μέρος αυτής της δυσαρέσκειας αναζήτησε πιο ριζοσπαστικούς εκφραστές. Ο ΣΥΡΙΖΑ απορρόφησε μεγάλο μέρος της από τα αριστερά, η Χρυσή Αυγή από τα άκρα δεξιά. Η ίδια η κρίση υπήρξε ασφαλώς η βασική γεννήτρια αυτής της μετατόπισης, όχι ένας μόνο πολιτικός.

Αυτό είναι και το μάθημα για το σήμερα.

Ο πολιτικός που επενδύει στην καταστροφή για να αναδειχθεί προσωπικά κάνει ένα τρομακτικό λάθος λογικής. Υποθέτει ότι θα είναι ο τελικός δικαιούχος της καταστροφής.

Η Ιστορία συνήθως γελάει με αυτή τη βεβαιότητα.

Γιατί όταν πείσεις μια κοινωνία ότι όλοι οι θεσμοί είναι σάπιοι, κάποια στιγμή θα αναρωτηθεί γιατί πρέπει να εμπιστευθεί και εσένα. Όταν μετατρέψεις την καχυποψία σε πολιτικό νόμισμα, δεν μπορείς αργότερα να απαιτήσεις να εξαιρεθείς από την κυκλοφορία του.

Και τότε ο φιλόδοξος πολιτικός ανακαλύπτει ότι δεν έγινε ο ηγεμόνας της κρίσης.

Έγινε απλώς ένας ακόμη κρίκος της.

Οι φεουδάρχες μπορεί να έχουν τα χρήματα, τα μέσα και τα δίκτυα. Οι Δελαπατρίδηδες μπορεί να έχουν το μικρόφωνο, τη ματαιοδοξία και την πεποίθηση ότι η Ιστορία τούς χρωστάει έναν ρόλο.

Αλλά τον λογαριασμό της μεταξύ τους σχέσης δεν τον πληρώνει κανένας από τους δύο.

Τον πληρώνει πάντοτε η χώρα.

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Συνεχίστε την ανάγνωση