|
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ανακοίνωσε κάτι εντυπωσιακό στο Υπουργικό Συμβούλιο την Τρίτη 2 Νοεμβρίου. Και ίσως ακριβώς αυτό να είναι το ενδιαφέρον.
Γιατί η σημερινή συνεδρίαση δεν μοιάζει τόσο με ένα ακόμη κεφάλαιο κυβερνητικής διαχείρισης, όσο με την έναρξη μιας διαφορετικής πολιτικής περιόδου. Στην ημερήσια διάταξη μπήκαν οι «κρίσιμες κυβερνητικές προτεραιότητες ανά υπουργείο μέχρι το τέλος της τρέχουσας βουλευτικής περιόδου». Δηλαδή, με απλούστερα λόγια, το Μαξίμου αρχίζει να κοιτάζει το ρολόι.
Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μήνυμα.
Ο Μητσοτάκης δεν φαίνεται να θέλει να μπει στην τελική ευθεία προς το 2027 με μια παραδοσιακή λογική προεκλογικών υποσχέσεων. Η στρατηγική που διακρίνεται είναι διαφορετική: να μετατρέψει το κυβερνητικό έργο σε βασικό πολιτικό επιχείρημα.
Γι’ αυτό οι υπουργοί καλούνται πλέον να παρουσιάσουν τι ακριβώς πρόκειται να ολοκληρώσουν μέχρι το τέλος της θητείας. Όχι τι σχεδιάζουν γενικά, αλλά τι μπορούν να παραδώσουν.
Η στρατηγική είναι σαφής και κυνική. Απέναντι σε μια αντιπολίτευση που παραμένει πολυδιασπασμένη και ανίκανη να συγκροτήσει ενιαίο μέτωπο, η κυβέρνηση στήνει το μοναδικό αφήγημα που μπορεί να την κρατήσει όρθια: τη σύγκριση ανάμεσα σε έναν πολυάσχολο, έστω και ατελή, μηχανισμό διακυβέρνησης και στο απόλυτο πολιτικό κενό. Δεν υπόσχεται ανακούφιση· υπόσχεται απλώς λειτουργικότητα.
Και αμέσως μετά το Υπουργικό, ο πρωθυπουργός πηγαίνει στην Πειραιώς για την Εκτελεστική Γραμματεία της ΝΔ, όπου η προετοιμασία περιλαμβάνει περιοδείες, κομματική ανανέωση, συμμετοχή της βάσης στο πρόγραμμα και προετοιμασία ψηφοδελτίων.
Η εικόνα είναι αρκετά καθαρή: το κράτος πρέπει να παράγει αποτέλεσμα, το κόμμα να αρχίσει να οργανώνεται.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πιο σύνθετη γραμμή.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να μιλήσει ταυτόχρονα για τουρκολιβυκό, Δίκαιο της Θάλασσας, διεθνή ναυσιπλοΐα και ακρίβεια. Δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Τουλάχιστον όχι μέσα στο αφήγημα που επιχειρεί να συγκροτήσει. Η γεωπολιτική μεγαλοπραγμοσύνη λειτουργεί ως απορροφητήρας της εγχώριας αμηχανίας και έτσι η διεθνής αστάθεια μετατρέπεται στον μεγάλο κοινό παρονομαστή.
Οι αυθαίρετες διεκδικήσεις Τουρκίας και Λιβύης, σύμφωνα με την ελληνική θέση που επανέλαβε, δεν δημιουργούν τετελεσμένα. Η ανασφάλεια στις θαλάσσιες οδούς αυξάνει το κόστος μεταφορών και ασφάλισης. Οι διεθνείς αναταράξεις περνούν τελικά στις τιμές και στα ελληνικά νοικοκυριά. Το μήνυμα κατευθύνεται στο εσωτερικό κομματικό ακροατήριο. Με τις σκιές των Καραμανλή και Σαμαρά να παραμένουν ενεργές και τις δεξιές διαρροές να καταγράφονται επίμονα, το Μαξίμου χρειάζεται μια ρητορική ασπίδα πατριωτικής πυγμής. Λεκτικά αδιάλλακτος προς τα έξω, αλλά προσεκτικά στατικός επί του πεδίου, διατηρεί την ισορροπία χωρίς να διακινδυνεύει ουσιαστική ρήξη.
Έτσι σχηματίζεται ένα πολιτικά χρήσιμο σχήμα: έξω υπάρχει αβεβαιότητα, μέσα χρειάζεται σταθερότητα.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η δυσκολία της στρατηγικής.
Ο Μητσοτάκης παραδέχθηκε ότι «πολλά νοικοκυριά μας δοκιμάζονται», αλλά έσπευσε να προσθέσει ότι πρόκειται για παγκόσμια αναταραχή στην οποία «δεν μπορεί να απαντήσει καμιά εθνική πολιτική». Η διατύπωση έχει πολιτική σημασία. Αναγνωρίζει το πρόβλημα, αλλά περιορίζει εκ των προτέρων τις προσδοκίες για το εύρος της κυβερνητικής απάντησης.
Δεν προαναγγέλλεται, επομένως, μια περίοδος δημοσιονομικής χαλάρωσης. Περισσότερο διακρίνεται ένα μοντέλο συνεχών, στοχευμένων διορθώσεων, ανάλογα με την εξέλιξη της διεθνούς κρίσης και τα διαθέσιμα περιθώρια. Άλλωστε, ήδη από τις 30 Σεπτεμβρίου ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι οι παρεμβάσεις θα εξετάζονται ανά δεκαπενθήμερο.
Αυτό που πρέπει λοιπόν να περιμένουμε τους επόμενους μήνες δεν είναι απαραίτητα μια θεαματική στροφή.
Πιθανότερη κατεύθυνση, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι η επιτάχυνση έργων και μεταρρυθμίσεων, η μεγαλύτερη πίεση στους υπουργούς για μετρήσιμα αποτελέσματα, στοχευμένες κινήσεις απέναντι στην ακρίβεια, περισσότερη ανάδειξη ζητημάτων ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής και, παράλληλα, ολοένα εντονότερη κομματική κινητοποίηση.
Η πραγματική πολιτική μάχη, συνεπώς, ίσως να μη δοθεί γύρω από το ερώτημα ποιος υπόσχεται περισσότερα.
Θα δοθεί γύρω από ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: αν μέχρι το 2027 η κυβέρνηση θα μπορεί να μετατρέψει την έννοια της «σταθερότητας» από αφηρημένο πολιτικό επιχείρημα σε κάτι που ο πολίτης θα αναγνωρίζει στον μισθό, στις τιμές, στις υπηρεσίες του κράτους και στην καθημερινότητά του.
Γιατί εκεί βρίσκεται και το μεγαλύτερο ρίσκο αυτής της στρατηγικής. Η διεθνής αστάθεια μπορεί να εξηγεί πολλά. Στην κάλπη, όμως, η καθημερινότητα εξακολουθεί να μετριέται στο εσωτερικό.
Strategic Use Case
Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;
Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.



