|
Ένας άνθρωπος χάνει κάποιον δικό του και αναζητεί παρηγοριά. Ένας άλλος προσεύχεται πριν από μια δύσκολη εγχείρηση. Μια γυναίκα ανάβει ένα κερί για το παιδί της. Δεν υπάρχει λόγος να περιφρονήσει κανείς αυτές τις στιγμές. Υπάρχει, όμως, λόγος να αναρωτηθεί πότε η ανθρώπινη ανάγκη για στήριγμα μετατρέπεται σε δικαίωμα μιας θρησκείας να εξηγεί τον κόσμο και να καθοδηγεί την κοινωνία.
Αυτό το ερώτημα γεννά η ενδιαφέρουσα παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου στο Βυζαντινό Μουσείο. Η δική του προσέγγιση αναδεικνύει μια Ορθοδοξία που υπερασπίζεται τη δημοκρατία, τα δικαιώματα, την ειρήνη. Μια θρησκευτική παρουσία που συνομιλεί με τον σύγχρονο άνθρωπο και αντιστέκεται στον φανατισμό. Πρόκειται για μια θέση που αξίζει σοβαρή συζήτηση.
Ωστόσο, ακόμη και η πιο φωτισμένη εκδοχή της πίστης αφήνει ένα ζήτημα ανοιχτό. Γιατί να χρειάζεται ο άνθρωπος μια θεϊκή εγγύηση για να αναγνωρίσει την αξία του διπλανού του; Γιατί να πρέπει να είμαστε δημιουργήματα του ίδιου Θεού για να δικαιούμαστε την ίδια ελευθερία;
Ας σκεφτούμε δύο ανθρώπους που βοηθούν έναν άγνωστο στον δρόμο. Ο πρώτος επειδή πιστεύει ότι εκπληρώνει μια χριστιανική υποχρέωση. Ο δεύτερος επειδή βλέπει έναν άνθρωπο που υποφέρει. Η βοήθεια είναι εξίσου πολύτιμη. Η δεύτερη πράξη, όμως, δείχνει ότι μπορούμε να φτάσουμε στην αλληλεγγύη χωρίς να περάσουμε από τη θρησκευτική πίστη.
Εδώ αρχίζει η διαφορετική προσέγγιση με την την ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου, στην σύνδεση της θρησκευτικής ταυτότητας με την υπεράσπιση της ανοιχτής κοινωνίας. Ο Βενιζέλος διεκδικεί για την Ορθοδοξία ενεργό ρόλο απέναντι στον αυταρχισμό. Η παρηγοριά που προσφέρει μια πεποίθηση, όμως, δεν αποδεικνύει ότι είναι αληθινή. Ούτε η καλοσύνη ενός πιστού επιβεβαιώνει όσα πιστεύει για τη δημιουργία, τον θάνατο ή τη μετά θάνατον ζωή. Μπερδεύοντας αυτά τα πράγματα, παραχωρούμε στις θρησκείες μεγαλύτερη εξουσία από εκείνη που δικαιολογεί η προσφορά τους.
Και αυτή η εξουσία έχει συνέπειες. Φανταστείτε ένα παιδί που μεγαλώνει μαθαίνοντας ότι η αμφιβολία του απογοητεύει τον Θεό. Έναν νέο που νιώθει ενοχή για την επιθυμία του. Έναν πολίτη που ακούει πως η αδικία θα αποκατασταθεί σε μια άλλη ζωή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η πίστη μπορεί να γίνει μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου, τόσο βαθύς ώστε ο άνθρωπος να τον θεωρεί δική του φωνή.
Βεβαίως, υπάρχουν πιστοί που αμφιβάλλουν, συγκρούονται με τις εκκλησιαστικές ηγεσίες και υπερασπίζονται έμπρακτα την ελευθερία. Η παρουσία τους έχει αξία. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να κρίνουμε κάθε δημόσια παρέμβαση από τα επιχειρήματα και τις συνέπειές της. Το ράσο, όπως και οποιοδήποτε αξίωμα, δεν προσθέτει από μόνο του βάρος στην αλήθεια.
Το ίδιο ισχύει για τη δημοκρατία. Ακόμη κι αν χριστιανικές ιδέες συνέβαλαν στη διαμόρφωσή της, κανείς δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης της. Τα δικαιώματα ανήκουν εξίσου σε εκείνον που προσεύχεται και σε εκείνον που θεωρεί την προσευχή συνομιλία με τη σιωπή.
Η ανοιχτή κοινωνία χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να ζήσουν μαζί χωρίς να συμφωνούν για τον ουρανό. Που δέχονται ότι ο διπλανός τους μπορεί να αμφισβητεί όσα οι ίδιοι θεωρούν ιερά.
Ίσως εκεί βρίσκεται η δυσκολότερη ενηλικίωσή μας. Να αντέξουμε ότι μπορεί να μην υπάρχει κάποιος που θα αποκαταστήσει τελικά τα πάντα. Και να αναλάβουμε εμείς την ευθύνη να κάνουμε τη ζωή δικαιότερη, όσο ακόμη προλαβαίνουμε. Γιατί δεύτερη ζωή, δεν έχει.
Strategic Use Case
Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;
Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.



