Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Η δημόσια συζήτηση για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει ανοίξει, και μαζί της ανοίγει μια παλιά πληγή: πώς σχεδιάζει η Ελλάδα να εξοπλίσει και να προστατεύσει τον εαυτό της, χωρίς να αναπαράγει τις παθογένειες του παρελθόντος. Το πρόγραμμα των περίπου 3 δισ. ευρώ, που προβλέπει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι‑drone άμυνας με αισθητήρες, ραντάρ και κέντρα διοίκησης, είναι σίγουρα φιλόδοξο και κρίσιμο για την αποτροπή. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο 12ετές εξοπλιστικό πρόγραμμα και θεωρείται ταυτόχρονα εργαλείο αναγέννησης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Στην πρώτη γραμμή της διεκδίκησης βρίσκονται οι Ισραηλινοί κολοσσοί. Η Israel Aerospace Industries προτείνει το Barak MX, ένα ολοκληρωμένο σύστημα πολλαπλών επιπέδων που αντιμετωπίζει αεροσκάφη, drones, πυραύλους cruise και βαλλιστικές απειλές. Διαθέτει διαφορετικούς εκτοξευτές και αισθητήρες, μπορεί να αναβαθμιστεί με νέους αναχαιτιστές και έχει δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες. Η Rafael προσφέρει το David’s Sling, σχεδιασμένο για αναχαίτιση πυραύλων μεγάλου και μέσου βεληνεκούς, και το Spyder, που χρησιμοποιεί πυραύλους Python και Derby και στοχεύει μικρότερες απειλές όπως UAVs και βλήματα cruise. Η ιστορία αυτών των συστημάτων στην ισραηλινή αεράμυνα προσφέρει ένα τεχνολογικό πλεονέκτημα, αλλά δεν σημαίνει ότι άλλοι δεν έχουν αντίστοιχες δυνατότητες.
Στην Ευρώπη, η κοινή γαλλοϊταλική κοινοπραξία Eurosam προωθεί το SAMP/T NG, που χρησιμοποιεί πυραύλους Aster 30 και Aster B1NT για αντιβαλλιστική προστασία. Η MBDA έχει το σύστημα Crotale NG και συνεργάζεται με τη Rheinmetall για το Skynex, ένα λύση κυρίως anti‑drone. Η αμερικανική Lockheed Martin διαθέτει την οικογένεια Patriot PAC‑3, ενώ το Iron Dome είναι επίσης εναλλακτική για μικρού βεληνεκούς απειλές. Όμως στη διελκυστίνδα μεταξύ συστημάτων, η Ελλάδα πρέπει να ζυγίσει όχι μόνο τις επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και τη διαλειτουργικότητα με τα δικά της μέσα: Rafale, F‑16 Viper, τα επερχόμενα F‑35 και τα πλοία Belharra που φέρουν πυραύλους Aster.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες ενδιαφέρονται για αισθητήρες, ραντάρ και ηλεκτρονικό πόλεμο, αλλά οι ισραηλινές λύσεις έχουν πλεονέκτημα λόγω ωριμότητας. Παράλληλα, το ελληνικό Υπουργείο Άμυνας πιέζει ώστε τουλάχιστον το 25 % του έργου να περάσει σε ελληνικές εταιρείες, με συμπαραγωγές και μεταφορά τεχνογνωσίας. Η Intracom Defense μπορεί να προσφέρει ηλεκτρονικά και συστήματα επικοινωνίας, η Theon International οπτρονικά και συστήματα επιτήρησης, ενώ η Metlen Energy & Metals φιλοδοξεί να μπει δυναμικά στη βιομηχανία. Η ΕΑΒ θα μπορούσε να αναλάβει ολοκλήρωση και συντήρηση υποσυστημάτων, ενώ η ΕΛΒΟ ενδιαφέρεται για φορείς εκτόξευσης και υποστηρικτικά οχήματα. Εταιρείες όπως οι Miltech, Scytalys και Akmon δραστηριοποιούνται σε λογισμικό, αισθητήρες και τηλεπικοινωνίες, ενώ τα ναυπηγεία Σαλαμίνας, μαζί με κατασκευαστικούς ομίλους όπως η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η ΑΚΤΩΡ, βλέπουν έργα στις υποδομές.
Οι συζητήσεις δεν αφορούν μόνο τον πυρήνα των αντιβαλλιστικών συστημάτων. Βρίσκονται στον ορίζοντα και μικρότερα projects, όπως τηλεκατευθυνόμενα αντιαεροπορικά συστήματα τύπου SHORADS (π.χ. το ρουμανικό VSHORAD), και λύσεις επιτήρησης με drones. Η ανάγκη για ένα ενιαίο C4I (Command, Control, Communications, Computers & Intelligence) είναι εξίσου σημαντική: οτιδήποτε επιλεγεί πρέπει να συνδέεται με την ήδη υπάρχουσα υποδομή (C2Ι του Στρατού, συστήματα της Πολεμικής Αεροπορίας, τα ραντάρ της ΥΠΑ κ.α.). Οι εταιρείες λογισμικού εντός Ελλάδας, όπως η Scytalys, έχουν εμπειρία σε συστήματα σύνδεσης μάχης και μπορούν να αναλάβουν την ενσωμάτωση.
Η πολιτική διάσταση παραμένει έντονη. Η συζήτηση για το ποιο σύστημα είναι καλύτερο έχει ήδη εκτραπεί σε φήμες για «προτιμήσεις» και «δεσμεύσεις». Το ΚΥΣΕΑ προγραμματίζει την τελική έγκριση εντός του 2026, με τις δεσμευτικές προσφορές και τα συμβόλαια να κλείνουν ως το 2027 και τις πρώτες παραδόσεις το 2027. Η αντιπολίτευση μπορεί να κατηγορήσει την κυβέρνηση για σπατάλη ή για επιλογές που ευνοούν συγκεκριμένους ομίλους, ενώ οι κυβερνητικοί θα επικαλεστούν την ανάγκη θωράκισης σε ένα Αιγαίο γεμάτο drones και βαλλιστικούς πυραύλους.
Στη δημόσια συζήτηση λείπει ένα σαφές επιχειρησιακό δόγμα. Θέλουμε ένα σύστημα τύπου Iron Dome για μικρές απειλές, ένα αντιαεροπορικό τύπου Patriot/SAMP/T για μεσαίες-μεγάλες ή ένα ολοκληρωμένο δίκτυο πολλαπλών στρωμάτων όπως ο ισραηλινός «ατσάλινος θόλος»; Προτιμούμε περισσότερους αισθητήρες και drones επιτήρησης ή περισσότερους αναχαιτιστές; Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, κινδυνεύουμε να κάνουμε μια αγορά χωρίς σαφή ορίζοντα, όπως έγινε με προηγούμενα εξοπλιστικά προγράμματα που κατέληξαν μισολειτουργικά.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι ευκαιρία, αλλά και παγίδα. Μπορεί να δημιουργήσει τεχνολογικό οικοσύστημα και θέσεις εργασίας ή να μετατραπεί σε νέο πεδίο πελατειακών εξυπηρετήσεων. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από την αξιοκρατική επιλογή συστημάτων, την πραγματική συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας και τη διαφανή διαδικασία διαπραγμάτευσης. Αν, αντί να επιλέξουμε το πλέον κατάλληλο με βάση επιχειρησιακά κριτήρια, επιλέξουμε με πολιτικά κριτήρια, τότε η ασπίδα μπορεί να καταλήξει… ομπρέλα με τρύπες.
Intelligence Report: Sign Up






