Η απονομιμοποίηση της Δικαιοσύνης ως πρόβα ολοκληρωτισμού – 28/04

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης δεν είναι ποτέ αθώα όταν μετατρέπεται από κριτική σε καμπάνια απονομιμοποίησης. Άλλο να ζητάς λογοδοσία από έναν θεσμό και άλλο να πριονίζεις το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται η δημοκρατία. Όταν ο δικαστής παρουσιάζεται συλλήβδην ως “πλυντήριο”, όταν η απόφαση βαφτίζεται εκ των προτέρων σκευωρία και όταν η λαϊκή αγανάκτηση υποκαθιστά τη θεσμική κρίση, τότε δεν έχουμε περισσότερη δικαιοσύνη. Έχουμε λιγότερο κράτος δικαίου. Και συνήθως αυτό βολεύει εκείνους που δεν θέλουν ανεξάρτητους ελεγκτές, αλλά χειροκροτητές με τήβεννο.

Το επικίνδυνο αρχίζει όταν η κριτική παύει να αφορά συγκεκριμένες αποφάσεις, διαδικασίες, καθυστερήσεις ή θεσμικές αδυναμίες και μετατρέπεται σε γενική αφήγηση ότι «οι δικαστές είναι όργανα», «οι θεσμοί είναι στημένοι», «μόνο ο λαός/ο ηγέτης/το κόμμα αποδίδει πραγματική δικαιοσύνη». Εκεί περνάμε από τη θεσμική κριτική στην αποδόμηση του κράτους δικαίου.

1. Το ιστορικό μοτίβο

Στη ναζιστική Γερμανία, η Δικαιοσύνη αμφισβητήθηκε ως «ανεπαρκώς εθνική» και «μολυσμένη» από ανεπιθύμητα πολιτικά και φυλετικά στοιχεία. Από το 1933 εκκαθαρίστηκαν Εβραίοι, σοσιαλιστές και άλλοι δικαστικοί ή νομικοί λειτουργοί, ενώ η νομολογία όφειλε να υπηρετεί το λεγόμενο «υγιές λαϊκό αίσθημα». Το αποτέλεσμα δεν ήταν περισσότερη δικαιοσύνη, αλλά η μετατροπή του δικαίου σε μηχανισμό καθεστωτικής βίας. Το Λαϊκό Δικαστήριο, που ιδρύθηκε το 1934 μετά τις αθωώσεις στη δίκη του εμπρησμού του Ράιχσταγκ, έγινε εργαλείο πολιτικής εξόντωσης αντιπάλων.

Στη Σοβιετική Ένωση, η Δικαιοσύνη δεν παρουσιάστηκε ως ανεξάρτητη εξουσία αλλά ως όργανο της επανάστασης και του κόμματος. Το δικαστικό σύστημα σχεδιάστηκε ώστε να εξασφαλίζει κομματικό έλεγχο στις αποφάσεις, με δικαστές επιλεγμένους από το κόμμα και «λαϊκή συμμετοχή» που λειτουργούσε περισσότερο ως σκηνικό νομιμοποίησης παρά ως ουσιαστική εγγύηση. Οι περίφημες δίκες-παραστάσεις είχαν προαποφασισμένο πολιτικό μήνυμα: δεν δίκαζαν μόνο πρόσωπα, δίδασκαν τον πληθυσμό τι συμβαίνει σε όποιον αποκλίνει.

Στα αυταρχικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής, και ειδικά στη Βενεζουέλα επί Τσάβες και Μαδούρο, η μέθοδος ήταν πιο σύγχρονη: δεν καταργείς απαραίτητα τα δικαστήρια, τα γεμίζεις με δικούς σου. Το 2004 η κυβερνητική πλειοψηφία αύξησε τον αριθμό των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου από 20 σε 32 και διόρισε φιλοκυβερνητικούς δικαστές. Κατά το Human Rights Watch, από τότε το δικαστήριο επανειλημμένα απέρριψε στην πράξη την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και νομιμοποίησε την αυξανόμενη αυθαιρεσία της κυβέρνησης. Το 2017 το Ανώτατο Δικαστήριο έφτασε να αφαιρέσει ουσιαστικά τις εξουσίες της Εθνοσυνέλευσης.

Στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η επίκληση της «κάθαρσης» και της εθνικής ασφάλειας οδήγησε σε μαζικές διώξεις δικαστών και εισαγγελέων. Μέσα σε λίγες ημέρες ανακοινώθηκαν εκατοντάδες συλλήψεις δικαστικών λειτουργών και στη συνέχεια χιλιάδες απομακρύνσεις. Η Human Rights Watch είχε ήδη επισημάνει προβλήματα πολιτικοποίησης της Δικαιοσύνης, αλλά τόνισε ότι η λύση δεν είναι να τεθεί η Δικαιοσύνη υπό ακόμη στενότερο εκτελεστικό έλεγχο.

Στην Πολωνία και την Ουγγαρία, είδαμε την ευρωπαϊκή, «θεσμικά ντυμένη» εκδοχή. Δεν έχουμε κλασική δικτατορία, αλλά έχουμε σταδιακή πίεση στους μηχανισμούς ελέγχου: αλλαγές στον τρόπο επιλογής δικαστών, πειθαρχικές διαδικασίες, αμφισβήτηση αποφάσεων ευρωπαϊκών δικαστηρίων, ρητορική περί «λαϊκής κυριαρχίας» απέναντι σε «ελίτ δικαστών». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενεργοποίησε διαδικασίες για την Πολωνία λόγω σοβαρών ανησυχιών για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ενώ στην Ουγγαρία οι εκθέσεις για το κράτος δικαίου καταγράφουν χαμηλή αντίληψη ανεξαρτησίας των δικαστηρίων.

2. Το κίνητρο: όχι η αλήθεια, αλλά ο έλεγχος

Το κοινό κίνητρο όλων αυτών των περιπτώσεων είναι απλό: να μη μείνει κανείς που μπορεί να πει “όχι” στην εξουσία.

Η Δικαιοσύνη είναι ενοχλητική για κάθε εξουσία επειδή έχει τρεις δυνατότητες: να ελέγξει την κυβέρνηση, να ακυρώσει αποφάσεις της και να προστατεύσει πολίτες ή αντιπάλους από κρατική αυθαιρεσία. Άρα, όποιος θέλει ανεμπόδιστη ισχύ πρέπει πρώτα να την απονομιμοποιήσει. Δεν χρειάζεται πάντα να φυλακίσει δικαστές. Αρκεί να πείσει ένα κρίσιμο μέρος της κοινωνίας ότι κάθε δικαστική απόφαση που δεν τον βολεύει είναι «στημένη».

3. Η μεθοδολογία αποδόμησης

Το playbook είναι σχεδόν πάντα το ίδιο.

Πρώτα, κατασκευάζεται ένας εχθρός: «διεφθαρμένοι δικαστές», «βαθύ κράτος», «ξένα κέντρα», «παλιά ελίτ», «σύστημα». Μετά, κάθε συγκεκριμένη υπόθεση παρουσιάζεται όχι ως νομική διαφορά, αλλά ως απόδειξη γενικής συνωμοσίας. Έπειτα, η πολιτική εξουσία εμφανίζεται ως ο μόνος γνήσιος εκφραστής της λαϊκής βούλησης. Από εκεί και πέρα, όποιος δικαστής αντιστέκεται δεν είναι ανεξάρτητος λειτουργός, είναι «εχθρός του λαού».

Στο δεύτερο στάδιο έρχονται οι θεσμικές παρεμβάσεις: αλλαγή σύνθεσης ανώτατων δικαστηρίων, έλεγχος πειθαρχικών οργάνων, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, μεταθέσεις, δημόσιες επιθέσεις, στοχοποίηση δικαστών, ποινικοποίηση ή διοικητική πίεση. Η International Commission of Jurists συνδέει ευθέως την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης με τη διάκριση των εξουσιών και το κράτος δικαίου, ακριβώς επειδή η Δικαιοσύνη λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο μέσα στο κράτος.

Στο τρίτο στάδιο έρχεται η κοινωνική μετάφραση: ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι υπάρχει ουδέτερος διαιτητής. Όλα γίνονται «δικά μας» και «δικά τους». Η αλήθεια χάνει θεσμικό έδαφος και αντικαθίσταται από στρατόπεδα. Αυτό είναι το πιο τοξικό σημείο: όταν δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός κριτής, τότε η πολιτική σύγκρουση δεν λύνεται με θεσμούς αλλά με ισχύ.

4. Τι θέλει να πετύχει η αποσάθρωση εμπιστοσύνης

Θέλει να πετύχει τέσσερα πράγματα.

  • Πρώτον, ατιμωρησία. Αν ο κόσμος πιστέψει ότι οι δικαστές είναι «όλοι ίδιοι», τότε κάθε έρευνα για την εξουσία μπορεί να παρουσιαστεί ως πολιτική σκευωρία.
  • Δεύτερον, πειθαρχία. Οι δικαστές αυτολογοκρίνονται όταν γνωρίζουν ότι μια απόφαση μπορεί να τους κάνει στόχο πολιτικής ή μιντιακής εκστρατείας.
  • Τρίτον, μεταφορά νομιμοποίησης. Η νομιμοποίηση φεύγει από το Σύνταγμα, τους κανόνες και τις διαδικασίες και πηγαίνει στον ηγέτη, στο κόμμα, στο πλήθος ή στην «ηθική αγανάκτηση».
  • Τέταρτον, διάλυση του διαχωρισμού των εξουσιών χωρίς τανκς. Δεν χρειάζεται πραξικόπημα όταν μπορείς να κάνεις τους πολίτες να θεωρούν τον έλεγχο της εξουσίας εμπόδιο, όχι εγγύηση.

Η σκληρή αλήθεια είναι αυτή: κάθε αυταρχισμός ξεκινά λέγοντας ότι θέλει «πραγματική δικαιοσύνη». Στην πράξη θέλει δικαιοσύνη χωρίς ανεξαρτησία, δηλαδή δικαιοσύνη που καταλήγει εκεί που έχει ήδη αποφασίσει η πολιτική εξουσία. Εκεί τελειώνει το κράτος δικαίου και αρχίζει το καθεστώς.

Intelligence Report: Sign Up

×