Ντίλιαν χωρίς πυροκροτητή; Η απόφαση που αλλάζει το παιχνίδι – 27/04

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η απόφαση του Αρείου Πάγου να μην ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών δεν είναι απλώς μία δικαστική πράξη. Είναι πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής. Διότι από τη στιγμή που ο εισαγγελέας έκρινε ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τα πορίσματα Ζήση, το μεγάλο αφήγημα περί κρατικής εμπλοκής χάνει τη θεσμική του αιχμή. Δεν εξαφανίζεται από τη δημόσια συζήτηση, αλλά παύει, προς ώρας, να διαθέτει το εισαγγελικό καύσιμο που θα το ξανάβαζε στο κέντρο της πολιτικής σύγκρουσης.

Για την κυβέρνηση, αυτή είναι ανάσα. Όχι θρίαμβος. Κανείς σοβαρός δεν πανηγυρίζει για μια υπόθεση που άφησε πίσω της τραύμα εμπιστοσύνης, θεσμική καχυποψία και ένα αίσθημα ότι οι μηχανισμοί ασφαλείας λειτουργούν σε ζώνες χαμηλού φωτισμού. Όμως πολιτικά, το Μαξίμου αποκτά πλέον ένα ισχυρό επιχείρημα: η Δικαιοσύνη δεν βρήκε, με βάση το υλικό που είχε, εμπλοκή ΕΥΠ, ΕΛ.ΑΣ. ή κρατικού λειτουργού στο Predator. Αυτό δεν κλείνει το ηθικό ζήτημα. Κλείνει όμως ένα κρίσιμο πολιτικό πέρασμα.

Για το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, η εξέλιξη είναι δύσκολη. Το θέμα των υποκλοπών αποτέλεσε υπαρξιακό σημείο σύγκρουσης με την κυβέρνηση. Τώρα, χωρίς ανάσυρση του φακέλου, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αποφασίσει αν θα κρατήσει το θέμα ως θεσμική πληγή ή αν θα το μετατρέψει σε μόνιμη πολιτική καταγγελία χωρίς νέο δικαστικό υπόστρωμα. Το πρώτο έχει βάρος. Το δεύτερο κουράζει.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ, η υπόθεση χάνει μέρος της εκρηκτικότητάς της. Το αντιμητσοτακικό μέτωπο χρειάζεται πια νέα στοιχεία, όχι επανάληψη συνθημάτων. Στην πολιτική, η καταγγελία χωρίς επόμενο επεισόδιο γίνεται θόρυβος.

Και ο Ντίλιαν; Ναι, οι απειλές του αποδυναμώνονται. Όχι εξαφανίζονται. Όταν είχε δηλώσει ότι η Intellexa παρέχει τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου, έριξε πολιτική βόμβα στην Αθήνα. Όταν διεμήνυε ότι δεν θα γίνει «αποδιοπομπαίος τράγος», έπαιζε το χαρτί της πίεσης. Μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτό το χαρτί καίγεται μερικώς. Αν έχει πραγματικά νέα στοιχεία, θα μετρήσει. Αν έχει μόνο υπαινιγμούς, η απειλή του γίνεται πολιτικό καπνογόνο.

Το συμπέρασμα είναι σκληρό: η κυβέρνηση βγαίνει θεσμικά πιο όρθια, αλλά όχι καθαρή από τη σκιά. Η αντιπολίτευση βγαίνει πιο φτωχή σε πυρομαχικά. Και ο Ντίλιαν, από πιθανός καταλύτης, κινδυνεύει να μείνει ένας ενοχλητικός θόρυβος στο παρασκήνιο.

Εκτενής αποκρυπτογράφηση της πράξης Τζαβέλλα για τις υποκλοπές

Η πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα δεν είναι απλώς μια τεχνική εισαγγελική απάντηση. Είναι ένα θεσμικό «κλείδωμα» της υπόθεσης στο ανώτατο εισαγγελικό επίπεδο. Το βασικό της νόημα είναι ότι ο Άρειος Πάγος θεωρεί πως δεν προέκυψαν νέα ουσιώδη στοιχεία από τη δίκη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ώστε να ξανανοίξει ο μεγάλος αρχειοθετημένος φάκελος των υποκλοπών.

Με απλά λόγια: το δικαστήριο πρώτου βαθμού άνοιξε ένα παράθυρο για περαιτέρω διερεύνηση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου το έκλεισε, λέγοντας ότι το υλικό δεν είναι νέο, δεν είναι επαρκές και δεν ανατρέπει τα πορίσματα Ζήση.

1. Τι ακριβώς εξετάζει ο Τζαβέλλας

Το κείμενο ξεκινά με μια τυπική αλλά κρίσιμη αναφορά: ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών διαβίβασε στον Άρειο Πάγο την απόφαση και τα πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, μαζί με αντίγραφα της δικογραφίας.

Αυτό έγινε επειδή το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, μετά την καταδίκη των τεσσάρων βασικών προσώπων, Φέλιξ Μπίτζιου, Sara Aleksandra Hamou, Tal Jonathan Dilian και Ιωάννη Λαβράνου, διέταξε τη διαβίβαση της υπόθεσης για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών νέων αξιόποινων πράξεων και πιθανών συμμετόχων.

Ο Τζαβέλλας, όμως, δεν ξαναδικάζει την υπόθεση. Δεν αξιολογεί εκ νέου όλο το σκάνδαλο από την αρχή. Το ερώτημα που έχει μπροστά του είναι πολύ συγκεκριμένο: Υπάρχουν νέα πραγματικά περιστατικά ή νέα στοιχεία, κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, που να δικαιολογούν ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο;

Η απάντησή του είναι κατηγορηματική: όχι.

2. Το βάρος του προηγούμενου πορίσματος Ζήση

Η πράξη Τζαβέλλα πατά σχεδόν όλη της τη συλλογιστική πάνω στα δύο προηγούμενα πορίσματα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, της 25ης Ιουλίου 2024 και της 7ης Ιανουαρίου 2025.

Τα πορίσματα Ζήση είχαν κάνει δύο πράγματα:

  • Πρώτον, είχαν διατάξει ποινική δίωξη μόνο κατά των τεσσάρων ιδιωτών: Μπίτζιου, Hamou, Dilian και Λαβράνου.
  • Δεύτερον, είχαν θέσει την υπόθεση στο αρχείο ως προς κάθε άλλο πρόσωπο και κάθε άλλη αξιόποινη πράξη, με ρητή επισήμανση ότι δεν προέκυψε εμπλοκή κρατικής υπηρεσίας, δηλαδή ΕΥΠ, Αντιτρομοκρατικής, ΕΛ.ΑΣ., Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ή οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού.

Αυτό είναι το πολιτικά εκρηκτικό σημείο. Η πράξη Τζαβέλλα δεν λέει απλώς «δεν ξανανοίγω την υπόθεση». Λέει ουσιαστικά: το προηγούμενο πόρισμα ήταν πλήρες, είχε εξετάσει ευρύτατα πρόσωπα, εταιρείες, πιθανές συμμετοχές και συναφή αδικήματα, και δεν υπάρχει τώρα κάτι νέο που να το ανατρέπει.

Άρα η πράξη λειτουργεί ως δεύτερη θεσμική σφραγίδα πάνω στο πόρισμα Ζήση.

3. Η σημασία της καταδίκης των τεσσάρων

Το κείμενο υπενθυμίζει ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών ο καθένας, με εκτιτέα τα 8 έτη.

Αυτό έχει διπλή σημασία.

Από τη μία, επιβεβαιώνει ότι η Δικαιοσύνη δεν είπε πως «δεν υπήρξε υπόθεση». Υπήρξε υπόθεση, υπήρξε Predator, υπήρξαν θύματα, υπήρξαν τετελεσμένες και απόπειρες προσβολής απορρήτου, και υπήρξαν καταδίκες.

Από την άλλη, όμως, το σχήμα που υιοθετείται είναι σαφές: ποινική ευθύνη ιδιωτικού επιχειρηματικού, τεχνολογικού κυκλώματος, όχι αποδεδειγμένη κρατική εμπλοκή.

Αυτό είναι το κέντρο όλης της πράξης.

4. Τι έκανε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, παρότι καταδίκασε τους τέσσερις, δεν σταμάτησε εκεί. Διέταξε, βάσει του άρθρου 39 ΚΠΔ, να σταλούν τα πρακτικά και η απόφαση στον εισαγγελέα για να διερευνηθούν επιπλέον ζητήματα.

Τα βασικά ήταν τρία:

  • Πρώτον, πιθανή ποινική ευθύνη άλλων προσώπων ως συμμετόχων, όπως Rotem Farkash, Merom Harpaz, Einat Semama, Δημήτρης Ξυπτεράς, Ιωάννης Ζούμπης ή Τουμπής, Ιωάννης Μπόλιαρης, Σωτήρης Ντάλας, Αιμίλιος Κοσμίδης, Κωνσταντίνος Πετρίτσης και άλλοι.
  • Δεύτερον, πιθανή τέλεση του αδικήματος της κατασκοπείας, έστω σε απόπειρα.
  • Τρίτον, πιθανή τέλεση του νέου αδικήματος για παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή, προμήθεια ή διακίνηση λογισμικών παρακολούθησης μετά τις 9 Δεκεμβρίου 2022, όταν τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 5002/2022.

Υπήρχαν επίσης θέματα ψευδών καταθέσεων, αλλά το βασικό σκέλος που απασχολεί εδώ τον Άρειο Πάγο είναι αυτό που επικαλύπτεται με τον αρχειοθετημένο φάκελο Ζήση.

5. Το άρθρο 39 ΚΠΔ: σήμα κινδύνου, όχι αυτόματη δίωξη

Ο Τζαβέλλας εξηγεί αναλυτικά το άρθρο 39 ΚΠΔ. Αυτό είναι σημαντικό γιατί θέλει να περιορίσει τη σημασία της διαβίβασης που έκανε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο.

Το άρθρο 39 λέει ότι όταν, κατά τη διάρκεια μιας δίκης, ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί ως έγκλημα, ο δικαστής το διαβιβάζει στον αρμόδιο εισαγγελέα.

Όμως η διαβίβαση αυτή δεν σημαίνει ότι υπάρχει αυτόματα νέο αδίκημα. Δεν σημαίνει ότι άνοιξε νέα υπόθεση με βεβαιότητα. Είναι θεσμικό σήμα προς τον εισαγγελέα: «δες αν υπάρχει κάτι που πρέπει να ερευνηθεί».

Ο Τζαβέλλας λέει ουσιαστικά ότι το Πλημμελειοδικείο είδε ενδείξεις ή υπόνοιες, αλλά αυτές δεν φτάνουν στο επίπεδο των «νέων ουσιωδών στοιχείων» που απαιτεί το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ για να ανασυρθεί μια αρχειοθετημένη υπόθεση.

Εδώ υπάρχει η πρώτη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο δικαστήριο και τον Άρειο Πάγο: το Πλημμελειοδικείο βλέπει ανάγκη περαιτέρω έρευνας, ο Άρειος Πάγος βλέπει ανεπαρκές υλικό για επανεκκίνηση.

6. Το «περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο»

Αυτό είναι ίσως το πιο τεχνικό αλλά και πιο κρίσιμο σημείο.

Ο Τζαβέλλας λέει ότι μια αρχειοθέτηση δεν δημιουργεί κανονικό δεδικασμένο, όπως μια αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Όμως δημιουργεί ένα περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο στο προδικαστικό στάδιο.

Με απλά λόγια: δεν μπορείς να ξαναφέρνεις την ίδια υπόθεση κάθε λίγο και λιγάκι με τα ίδια ή περίπου τα ίδια στοιχεία. Για να ξανανοίξει, πρέπει να υπάρχει κάτι πραγματικά νέο, ουσιώδες και ικανό να ανατρέψει την προηγούμενη κρίση.

Αυτό είναι το νομικό «τείχος» της πράξης. Ο Τζαβέλλας λέει ότι η υπόθεση Ζήση έχει ήδη κριθεί εισαγγελικά. Άρα για να ανασυρθεί, δεν αρκούν δημοσιεύματα, εκτιμήσεις, υποψίες, επαναδιατυπώσεις ή ανάγκη νέας έρευνας. Χρειάζεται νέο πραγματικό υλικό.

Η φράση-κλειδί είναι αυτή: άλλο νέα στοιχεία, άλλο ανάγκη να ψάξουμε μήπως βρούμε νέα στοιχεία.

Ο Τζαβέλλας απορρίπτει το δεύτερο.

7. Πρώτο ζήτημα: οι πιθανοί νέοι συμμέτοχοι

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο ζητούσε να διερευνηθεί αν υπήρχαν και άλλα πρόσωπα ως συμμέτοχοι. Ο Τζαβέλλας απαντά ότι τα περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα, οι ιδιότητές τους και οι πιθανές σχέσεις τους με τις εταιρείες Intellexa, Cytrox ή Krikel ήταν ήδη γνωστά στον Ζήση και είχαν αξιολογηθεί.

Εδώ το σκεπτικό είναι καθαρό: δεν είναι νέο στοιχείο ότι κάποιος ήταν εργαζόμενος, στέλεχος, συνεργάτης ή τεχνικός μιας εταιρείας. Νέο στοιχείο θα ήταν συγκεκριμένη απόδειξη ότι συμμετείχε στις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν οι τέσσερις.

Ο Τζαβέλλας μάλιστα υποβαθμίζει και το βάρος των δημοσιογραφικών καταθέσεων, λέγοντας ότι αρκετοί δημοσιογράφοι επικαλέστηκαν το δημοσιογραφικό απόρρητο και δεν αποκάλυψαν τις πηγές τους. Αυτό είναι θεσμικά λεπτό: αναγνωρίζει εμμέσως την ελευθερία του Τύπου, αλλά λέει ότι για ποινική επανεκκίνηση δεν αρκεί η πληροφορία χωρίς αποκαλύψιμη πηγή και χωρίς συγκεκριμένη αποδεικτική σύνδεση.

Δημοσιογραφικά αυτό είναι προβληματικό για την έρευνα. Νομικά, όμως, είναι αναμενόμενο: η ποινική διαδικασία δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε αδιευκρίνιστες πηγές.

8. Η υπόθεση Κοσμίδη και η προπληρωμένη κάρτα

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον Αιμίλιο Κοσμίδη και στην προπληρωμένη κάρτα Cosmote Mastercard Prepaid της Εθνικής Τράπεζας.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο θεώρησε ότι υπήρχαν στοιχεία που άξιζαν διερεύνηση. Ο Τζαβέλλας δέχεται ότι κάποια δεδομένα είναι νεότερα: η κάρτα εκδόθηκε στις 2 Ιουνίου 2020 και χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές ύψους 3.367,65 ευρώ.

Όμως λέει ότι αυτά δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα: δεν ταυτοποιούν τον πραγματικό χρήστη της κάρτας.

Επίσης απορρίπτει ως ανεπαρκή τη σύνδεση με τον Κωνσταντίνο Πετρίτση, εργαζόμενο σε κατάστημα Cosmote Αλίμου, ακόμη και αν υπήρχε φιλική σχέση ή αναφορές για «εξυπηρετήσεις» προς την ΕΥΠ. Κατά την κρίση του, αυτά είναι υποψίες, όχι νέα αποδεικτικά στοιχεία.

Εδώ υπάρχει ένα δυνατό πολιτικό σημείο: η πράξη απορρίπτει την απόπειρα να στηθεί γέφυρα από την τεχνική/οικονομική διαδρομή μιας κάρτας προς πιθανή κρατική διασύνδεση.

Με άλλα λόγια: η κάρτα μπορεί να μυρίζει παρασκήνιο, αλλά δεν αποδεικνύει αλυσίδα ευθύνης.

9. Δεύτερο ζήτημα: η κατασκοπεία

Αυτό είναι το πιο βαρύ ποινικά και πολιτικά σκέλος.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο κατασκοπείας, επειδή στους στόχους του Predator περιλαμβάνονταν πρόσωπα που χειρίζονταν κρίσιμα κρατικά χαρτοφυλάκια: υπουργοί, αρχηγός ΓΕΕΘΑ, αρχηγός ΕΛ.ΑΣ. κ.λπ.

Ο Τζαβέλλας αποδομεί αυτή τη συλλογιστική.

Λέει ότι για να υπάρξει κατασκοπεία δεν αρκεί να στοχοποιηθεί ένας υπουργός ή ένας κρατικός αξιωματούχος. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης επιχείρησε να αποκτήσει ή απέκτησε κρατικό απόρρητο κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ.

Δηλαδή πληροφορία ή έγγραφο που:

  • είναι πραγματικά μυστικό,
  • είναι προσβάσιμο μόνο σε συγκεκριμένο κύκλο προσώπων,
  • προστατεύεται για λόγους εθνικής άμυνας, διεθνών σχέσεων, κρατικών συμφερόντων ή οικονομικής ασφάλειας,
  • και η γνώση του από τρίτους μπορεί να βλάψει τα κρατικά συμφέροντα.

Η απλή πιθανότητα ότι σε ένα κινητό υπουργού μπορεί να υπήρχαν κρατικά μυστικά δεν αρκεί.

Η φράση που συμπυκνώνει το σκεπτικό είναι: η δυνατότητα του Predator να υποκλέψει τα πάντα δεν σημαίνει από μόνη της απόπειρα κατασκοπείας.

Για να υπάρξει απόπειρα κατασκοπείας, πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη αρχή εκτέλεσης προς την απόκτηση κρατικού απορρήτου. Όχι γενική δυνατότητα πρόσβασης. Όχι υποθετική πιθανότητα. Όχι «μπορεί να υπήρχαν μυστικά στο κινητό».

10. Το παράδειγμα Σπίρτζη

Ο Χρήστος Σπίρτζης προσκόμισε, κατά τη δίκη, τρία emails του 2016 που, κατά τον ισχυρισμό του, μπορούσαν να υποκλαπούν από το κινητό του κατά τις επιθέσεις Predator του Νοεμβρίου 2021.

Ο Τζαβέλλας απαντά με τρεις τρόπους.

  • Πρώτον, λέει ότι δεν αποδείχθηκε πως τα emails αυτά είχαν χαρακτήρα κρατικού απορρήτου. Δεν είχαν εμφανή διαβάθμιση και είχαν σταλεί με κοινό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε διάφορους παραλήπτες.
  • Δεύτερον, ακόμη και αν θεωρηθούν κρατικά απόρρητα, δεν αποδείχθηκε ότι βρίσκονταν πράγματι στο κινητό του Σπίρτζη την ώρα της επίθεσης Predator το 2021. Το γεγονός ότι εκτυπώθηκαν και προσκομίστηκαν το 2026 δεν αποδεικνύει ότι υπήρχαν τότε στην επίμαχη συσκευή.
  • Τρίτον, κάνει μια πιο επιθετική παρατήρηση: αν ένας πρώην υπουργός διατηρούσε τέτοια έγγραφα στο κινητό του μετά την αποχώρησή του από το υπουργείο, αυτό, κατά την κρίση του, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για ενεργά κρατικά μυστικά περιορισμένης πρόσβασης.

Αυτό είναι σκληρό σημείο για την πλευρά Σπίρτζη. Ο εισαγγελέας ουσιαστικά λέει: δεν μπορείς να μετατρέπεις εκ των υστέρων ένα email σε κρατικό απόρρητο, χωρίς διαβάθμιση, χωρίς τεχνική επιβεβαίωση ότι βρισκόταν στο κινητό και χωρίς απόδειξη ότι αποτέλεσε πραγματικό στόχο κατασκοπευτικής ενέργειας.

11. Το επιχείρημα Φουρθιώτη – Λαζόπουλου

Εδώ η πράξη γίνεται σχεδόν πολιτικά σκωπτική.

Ο Τζαβέλλας σημειώνει ότι ανάμεσα στα θύματα του Predator υπήρχαν και πρόσωπα όπως ο Μένιος Φουρθιώτης και ο Λάκης Λαζόπουλος, που «επ’ ουδενί» θα μπορούσαν να θεωρηθούν στόχοι κατασκόπων.

Με αυτό προσπαθεί να αποδείξει ότι το μοτίβο των στοχοποιήσεων δεν παραπέμπει αναγκαστικά σε κατασκοπεία κρατικών απορρήτων, αλλά σε ευρύτερη παράνομη παρακολούθηση ιδιωτών και δημόσιων προσώπων.

Η λογική είναι: αν το κύκλωμα στόχευε από υπουργούς και στρατιωτικούς μέχρι τηλεοπτικά πρόσωπα, τότε δεν αποδεικνύεται ειδικός σκοπός απόκτησης κρατικού απορρήτου. Ακόμη και αν κατά τύχη κάποιο θύμα είχε κρατικά μυστικά στο κινητό του, η τυχαία ή συμπτωματική γνώση δεν αρκεί για κατασκοπεία.

Αυτό είναι από τα πιο κρίσιμα σημεία για τη δημόσια συζήτηση. Διότι ο εισαγγελέας δεν αρνείται τη σοβαρότητα των παρακολουθήσεων. Αλλά απορρίπτει τη μετάβασή τους στο ανώτατο επίπεδο της κατασκοπείας.

12. Τρίτο ζήτημα: η διακίνηση λογισμικού μετά τις 9 Δεκεμβρίου 2022

Το τρίτο ζήτημα αφορά το άρθρο 370ΣΤ ΠΚ, που προστέθηκε με τον Ν. 5002/2022 και ποινικοποιεί την παραγωγή, προμήθεια, εισαγωγή, εξαγωγή, κατοχή, διανομή ή διακίνηση λογισμικών παρακολούθησης.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο είδε πιθανότητα συνέχισης δραστηριότητας της Intellexa μετά τις 9 Δεκεμβρίου 2022. Ο Τζαβέλλας απαντά ότι αυτό είχε ήδη διερευνηθεί από τον Ζήση, αφού η έρευνα έγινε το 2023, το 2024 και ξανά το 2025.

Άρα, κατά την πράξη, δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως νέο στοιχείο κάτι που ήδη μπορούσε και έπρεπε να έχει ερευνηθεί.

Εδώ μπαίνει και η κατάθεση Παναγιώτη Κούτσιου. Ο Κούτσιος φέρεται να κατέθεσε ότι εργάστηκε στην Intellexa ως μηχανικός πωλήσεων, αλλά για σύστημα Big Data Analysis, όχι για Predator. Στη συνέχεια εργάστηκε σε άλλη εταιρεία, τη Remote Greece, η οποία παρείχε εξ αποστάσεως υπηρεσίες προς την Intellexa για το ίδιο σύστημα Big Data Analysis.

Ο Τζαβέλλας λέει ότι αυτή η κατάθεση δεν αποδεικνύει διακίνηση spyware μετά τις 9 Δεκεμβρίου 2022. Αποδεικνύει, το πολύ, εμπορική ή τεχνική δραστηριότητα γύρω από άλλο προϊόν.

Άρα το συμπέρασμα είναι: άλλο εμπορική συνέχεια εταιρείας, άλλο συνέχιση παράνομης εμπορίας λογισμικού παρακολούθησης.

13. Η ουσία της πράξης σε μία πρόταση

Η πράξη Τζαβέλλα λέει ουσιαστικά: Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο εντόπισε ζητήματα, αλλά αυτά δεν είναι νέα ουσιώδη στοιχεία. Είναι στοιχεία ήδη γνωστά, υποθέσεις, ενδείξεις, ανάγκες περαιτέρω διερεύνησης ή πληροφορίες χωρίς επαρκή ποινική σύνδεση. Άρα δεν ανασύρεται η αρχειοθετημένη υπόθεση.

Αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό θεσμικό μήνυμα.

14. Πολιτική σημασία για την κυβέρνηση

Για την κυβέρνηση, η πράξη αυτή είναι μεγάλη ανάσα. Όχι απόλυτη πολιτική δικαίωση, αλλά ισχυρή θεσμική θωράκιση.

Το πιο χρήσιμο πολιτικά σημείο είναι η επανάληψη ότι δεν προέκυψε εμπλοκή ΕΥΠ, Αντιτρομοκρατικής, ΕΛ.ΑΣ. ή κρατικού λειτουργού. Αυτό δίνει στο Μαξίμου και σε όσους βρέθηκαν στο κάδρο της δημόσιας συζήτησης ένα καθαρό επιχείρημα: «Η ανώτατη εισαγγελική αρχή δεν βρήκε νέα στοιχεία για κρατική εμπλοκή».

Αυτό έχει άμεση πολιτική αξία. Αποδυναμώνει το αφήγημα ότι επίκειται νέα δικαστική έκρηξη που θα φτάσει σε κρατικούς αξιωματούχους ή πολιτικά πρόσωπα.

Όμως προσοχή: δεν σβήνει το πολιτικό τραύμα. Η υπόθεση των υποκλοπών έχει ήδη αφήσει ίχνος στη δημόσια εμπιστοσύνη. Ο πολίτης δεν σκέφτεται μόνο με άρθρα ΚΠΔ. Ρωτά ποιος παρακολουθούσε, ποιος ήξερε, ποιος ωφελήθηκε και γιατί δεν υπήρξε πλήρης διαλεύκανση στο πολιτικό επίπεδο.

Άρα η κυβέρνηση μπορεί να ανασάνει θεσμικά, αλλά δεν πρέπει να πανηγυρίσει πολιτικά. Αν πανηγυρίσει, θα φανεί ότι πανηγυρίζει πάνω σε ένα θεσμικό τραύμα.

15. Πολιτική σημασία για τους πολιτικά εμπλεκόμενους

Για πρόσωπα που συνδέθηκαν δημόσια με την υπόθεση, κυβερνητικά στελέχη, πρώην επιτελικά πρόσωπα, υπηρεσιακοί παράγοντες, κύκλοι της ΕΥΠ, η πράξη είναι καθαρή ανακούφιση.

Δεν σημαίνει ότι όλοι «δικαιώθηκαν» πολιτικά. Σημαίνει ότι δεν παράγεται νέο ποινικό momentum εναντίον τους.

Ιδίως για πρόσωπα όπως ο Γρηγόρης Δημητριάδης, που αποτέλεσαν κεντρικό σημείο πολιτικής αντιπαράθεσης, η πράξη αυτή αποδυναμώνει το σενάριο επιστροφής της υπόθεσης ως δικαστικής απειλής. Δεν τον απαλλάσσει πολιτικά από την παλιά σκιά, αλλά του αφαιρεί ένα μεγάλο μέρος από τον φόβο μιας νέας θεσμικής αναθέρμανσης.

Η διαφορά είναι κρίσιμη: άλλο πολιτική φθορά από μια υπόθεση, άλλο ενεργός ποινικός κίνδυνος από νέα στοιχεία.

Η πράξη χτυπά το δεύτερο.

16. Πολιτική σημασία για ΠΑΣΟΚ και Ανδρουλάκη

Για το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, η εξέλιξη είναι δύσκολη. Ο Ανδρουλάκης παραμένει πολιτικά και προσωπικά νομιμοποιημένος να μιλά για το ζήτημα, διότι ήταν θύμα παρακολούθησης. Αυτό δεν αλλάζει.

Αλλά αλλάζει το βάρος του επιχειρήματος.

Μέχρι τώρα μπορούσε να υπάρχει η προσδοκία ότι η δικαστική διαδικασία θα ξανανοίξει το μεγάλο κάδρο. Με την πράξη Τζαβέλλα, αυτό αποδυναμώνεται. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί ακόμη να μιλήσει για θεσμική εκτροπή, για πολιτικές ευθύνες, για σκοτεινές ζώνες, για ανάγκη ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών.

Δεν μπορεί όμως εύκολα να πουλά την υπόθεση ως επικείμενη ποινική αποκάλυψη, εκτός αν εμφανιστούν πραγματικά νέα στοιχεία.

Άρα το ΠΑΣΟΚ πρέπει να μεταφέρει το θέμα από το ποινικό στο θεσμικό πεδίο: όχι “έρχονται διώξεις”, αλλά “η Δημοκρατία χρειάζεται κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία”.

Αυτό είναι πιο δύσκολο επικοινωνιακά, αλλά πιο σοβαρό πολιτικά.

17. Πολιτική σημασία για τον ΣΥΡΙΖΑ και την υπόλοιπη αντιπολίτευση

Για τον ΣΥΡΙΖΑ και την ευρύτερη αντιπολίτευση, η πράξη αφαιρεί καύσιμο από μια υπόθεση υψηλής έντασης.

Η αντιπολίτευση μπορεί πάντα να πει ότι η Δικαιοσύνη δεν φώτισε επαρκώς την υπόθεση ή ότι το πολιτικό ζήτημα παραμένει. Όμως μετά από μια τέτοια πράξη, η καταγγελία χωρίς νέο στοιχείο κινδυνεύει να μοιάζει με επανάληψη.

Στην πολιτική, η επανάληψη χωρίς νέο επεισόδιο κουράζει. Και το Μαξίμου θα απαντά πλέον με μια απλή φράση: «Φέρτε στοιχεία, όχι υπαινιγμούς».

Αυτό είναι ισχυρό επικοινωνιακό όπλο.

18. Αποδυναμώνονται οι απειλές Ντίλιαν;

Ναι, αποδυναμώνονται αισθητά. Δεν εξαφανίζονται, αλλά αποδυναμώνονται.

Ο Tal Dilian είχε πολιτικό βάρος επειδή μπορούσε να εμφανιστεί ως άνθρωπος που «ξέρει πολλά» για το οικοσύστημα Intellexa, Predator και κρατικών ή κυβερνητικών πελατών. Όμως η πράξη Τζαβέλλα ανεβάζει τον πήχη: δεν αρκούν υπαινιγμοί, δηλώσεις ή πολιτικές απειλές.

Για να ξανανοίξει η υπόθεση χρειάζονται:

  • συγκεκριμένα έγγραφα,
  • συμβάσεις,
  • πληρωμές,
  • emails,
  • τεχνικά logs,
  • αποδείξεις διαδρομών,
  • ονόματα με πράξεις,
  • σύνδεση προσώπων με συγκεκριμένες επιθέσεις,
  • και κυρίως υλικό που δεν είχε ήδη αξιολογηθεί από τα πορίσματα Ζήση.

Αν ο Ντίλιαν έχει τέτοιο υλικό, παραμένει επικίνδυνος. Αν έχει μόνο αφήγημα, η πράξη Τζαβέλλα τον κάνει πολύ λιγότερο απειλητικό.

Η σωστή πολιτική ανάγνωση είναι: ο Ντίλιαν δεν είναι πια εύκολος πυροκροτητής. Είναι πιθανός παράγοντας πίεσης μόνο αν κρατά σκληρά, νέα, επαληθεύσιμα στοιχεία.

Χωρίς αυτά, οι απειλές του γίνονται παραπολιτικός θόρυβος.

19. Το δια ταύτα

Η πράξη Τζαβέλλα παράγει τρία αποτελέσματα.

  • Πρώτον, κλείνει τη δυνατότητα άμεσης επανεκκίνησης του μεγάλου φακέλου των υποκλοπών στον Άρειο Πάγο.
  • Δεύτερον, θωρακίζει θεσμικά το αφήγημα ότι η υπόθεση, στο ποινικό της σκέλος, αφορά κυρίως ιδιωτικό κύκλωμα και όχι αποδεδειγμένη κρατική εμπλοκή.
  • Τρίτον, μεταφέρει το βάρος στην αντιπολίτευση και στους καταγγέλλοντες: από εδώ και πέρα, χωρίς πραγματικά νέα στοιχεία, η υπόθεση δύσκολα ξαναγίνεται ποινικό γεγονός πρώτης γραμμής.

Η πιο καθαρή ανάγνωση είναι αυτή: Ο Άρειος Πάγος δεν λέει ότι η υπόθεση των υποκλοπών ήταν ασήμαντη. Λέει ότι, με βάση το υλικό που εισφέρθηκε, δεν υπάρχει νέο αποδεικτικό γεγονός ικανό να ανατρέψει την προηγούμενη αρχειοθέτηση. Η κυβέρνηση κερδίζει θεσμική ανάσα, οι πολιτικά εκτεθειμένοι απομακρύνονται από άμεσο ποινικό κίνδυνο, η αντιπολίτευση χάνει δικαστικό momentum και ο Ντίλιαν πιέζεται πλέον να αποδείξει όσα υπαινίσσεται.

Με πιο ωμή διατύπωση: η υπόθεση δεν πέθανε πολιτικά, αλλά έχασε το εισαγγελικό της οξυγόνο.

Intelligence Report: Sign Up

×