Στην εξωτερική πολιτική υπάρχει ένα παλιό πρόβλημα. Όσοι την ασκούν είναι υποχρεωμένοι να ζουν με τις αντιφάσεις του πραγματικού κόσμου. Όσοι τη σχολιάζουν από απόσταση έχουν το προνόμιο να ζητούν καθαρές λύσεις, απόλυτες νίκες, μηδενικές υποχωρήσεις και, ει δυνατόν, χειροκρότημα στο τέλος. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα κράτη δεν λειτουργούν σαν τηλεοπτικά πάνελ.
Η ομιλία της Κίμπερλι Γκιλφόιλ στην Αθήνα ήταν ένα κλασικό δείγμα αμερικανικής διπλωματικής σκηνοθεσίας. Η Ελλάδα παρουσιάστηκε ως κόμβος ενέργειας, ασφάλειας, σταθερότητας, διαμετακόμισης και στρατηγικής αξιοπιστίας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι Αμερικανοί μάς αγαπούν. Θα ήταν λάθος. Οι Αμερικανοί αγαπούν τα συμφέροντά τους, και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Το ενδιαφέρον είναι ότι, σε αυτή τη συγκυρία, ένα μέρος αυτών των συμφερόντων περνά μέσα από την Ελλάδα. Αυτό είναι το χρήσιμο. Όχι οι φιλοφρονήσεις.
Την ίδια στιγμή, στην Άγκυρα, ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Πήρε ένα βαρύ στρατηγικό πακέτο, F-35, κυρώσεις, S-400, κινητήρες για το KAAN, αμερικανικό Κογκρέσο, τουρκικές απαιτήσεις, και το παρουσίασε σαν εκκρεμότητα που μπορεί να λυθεί με καλή διάθεση. Η μέθοδος Τραμπ είναι απλή, όλα είναι deal, ακόμη και όσα δεν είναι. Μόνο που η Τουρκία δεν ζητά απλώς αεροπλάνα. Ζητά επιστροφή στο κέντρο της δυτικής αμυντικής τεχνολογίας, χωρίς να έχει εγκαταλείψει την αναθεωρητική της συμπεριφορά.
Εκεί δοκιμάζεται η ελληνική πολιτική. Όχι στο αν θα φωνάξει πιο δυνατά, αλλά στο αν θα θέσει το πρόβλημα στη σωστή του βάση. Ο Μητσοτάκης στην Άγκυρα έκανε ακριβώς αυτό. Δεν χρειάζεται να παριστάνεις τον Λεωνίδα για να πεις ότι το casus belli είναι θεσμική τερατογένεση μέσα στο ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί μια συμμαχία να συζητά ενότητα, αλληλεγγύη και κοινή άμυνα, ενώ ένα μέλος της διατηρεί απειλή πολέμου κατά άλλου μέλους. Αυτό δεν είναι ελληνική ευαισθησία. Είναι στοιχειώδης λογική.
Η αντιπαράθεση Χατζηβασιλείου με Νταβούτογλου είχε την ίδια αξία. Ο Νταβούτογλου ανήκει στη σχολή που μετατρέπει την τουρκική αναθεώρηση σε ιστορική αφήγηση. Παίρνει την ισχύ και της φοράει γραβάτα θεωρίας. Στην Κύπρο όμως τα πράγματα είναι απλούστερα από όσο βολεύει την Άγκυρα. Υπήρξε εισβολή. Υπάρχει κατοχή. Υπάρχουν αποφάσεις. Υπάρχει διεθνές δίκαιο. Ο διάλογος δεν απαιτεί να κάνουμε ότι δεν τα ξέρουμε.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η στρατηγική Σαμαρά μοιάζει παλιά, προβλέψιμη και τελικά άχρηστη. Περιμένει μια αποτυχία Μητσοτάκη για να τη βαφτίσει δική του εθνική δικαίωση. Αυτό δεν είναι υπεύθυνη στάση. Είναι πολιτική επένδυση στην κακή έκβαση. Σαν να αγοράζει κανείς μετοχές της εθνικής ζημιάς, ελπίζοντας να ανέβει η προσωπική του αξία όταν πέσει η χώρα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε αφελή αισιοδοξία ούτε επαγγελματίες Κασσάνδρες. Χρειάζεται ψυχραιμία, ισχύ, συμμαχίες, επιμονή στο διεθνές δίκαιο και καθαρή ανάγνωση συμφερόντων. Η πατριωτική ρητορεία είναι εύκολη. Η σοβαρή εξωτερική πολιτική είναι πιο βαρετή, αλλά συνήθως πιο αποτελεσματική.
Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου