|
Ο Κώστας Καραμανλής με την ομιλία του στο Πολεμικό Μουσείο δεν αμφισβητεί απλώς κυβερνητικούς χειρισμούς. Επιχειρεί να επανακαθορίσει τα όρια του πατριωτισμού και της πολιτικής νομιμοποίησης στη Νέα Δημοκρατία. Πίσω από τις εθνικές προειδοποιήσεις, όμως, αναδύεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: πόση αξία έχει η αυστηρή κριτική όταν δεν συνοδεύεται από εφαρμόσιμες λύσεις και ιστορική αυτοκριτική; Ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: την ελευθερία να περιγράφει τα όρια της εθνικής πολιτικής χωρίς να χρειάζεται να διαχειριστεί τις άμεσες συνέπειες.
Ο Μητσοτάκης έχει το αντίστροφο πρόβλημα. Οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύει τις εθνικές θέσεις, αποτρέποντας παράλληλα τις κρίσεις και υλοποιώντας έργα. Η πιο ανατρεπτική ανάγνωση είναι ότι ο Καραμανλής ενδεχομένως δεν απειλεί τόσο την κυβέρνηση όσο τη μεταρρυθμιστική και πραγματιστική ταυτότητα που ο Μητσοτάκης επιδιώκει να δώσει στη Νέα Δημοκρατία.
Και υπάρχει μια τελευταία ειρωνεία. Ο πολιτικός που κυβέρνησε πέντε χρόνια χωρίς να επιλύσει τις μεγάλες διαρθρωτικές εκκρεμότητες της εξωτερικής πολιτικής, σήμερα μπορεί να τις επικαλείται ως επιχείρημα αυστηρότερης εθνικής στάσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει άδικο για την Τουρκία. Σημαίνει ότι το δίκιο μιας προειδοποίησης δεν αποδεικνύει αυτομάτως και την ορθότητα της πολιτικής που υπονοείται πίσω της.
Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, πλευρά της σημερινής ομιλίας του Κώστα Καραμανλή στο Πολεμικό Μουσείο δεν είναι όσα είπε για την Τουρκία. Είναι όσα επέλεξε να μη συζητήσει για την ίδια την Ελλάδα. Ο πρώην πρωθυπουργός περιέγραψε μια Τουρκία αναθεωρητική, μια Δύση που δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και μια Ευρώπη που χάνει την κοινωνική της νομιμοποίηση. Επέκρινε την ιδέα οποιασδήποτε τουρκικής άδειας για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου και προειδοποίησε για τις συνέπειες του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Οι θέσεις αυτές δεν είναι αβάσιμες. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: Πρόκειται για μια εναλλακτική εθνική στρατηγική ή για ένα πολιτικά ασφαλές πλαίσιο άσκησης κριτικής, χωρίς την ευθύνη μιας εφαρμόσιμης πρότασης;
Ο Καραμανλής δεν επιτίθεται στην κυβέρνηση. Διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει τι είναι πατριωτικό
Η συμβατική ανάγνωση θα εστιάσει στη διαφοροποίησή του από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Γιώργο Γεραπετρίτη. Η εκτίμηση είναι ότι συμβαίνει κάτι περισσότερο. Ο Καραμανλής επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής στην ιδεολογική νομιμοποίησή της. Δηλαδή, από το αν οι κυβερνητικοί χειρισμοί αποδίδουν, στο αν οι κυβερνώντες αντιλαμβάνονται σωστά την εθνική απειλή.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές συζητήσεις. Στην πρώτη απαιτούνται αποτελέσματα, συμφωνίες, στρατηγικές συμμαχίες και αποτίμηση κόστους. Στη δεύτερη κυριαρχούν η ιστορική μνήμη, οι εθνικές κόκκινες γραμμές και η πολιτική ταυτότητα. Η δεύτερη είναι πολύ ευκολότερη για έναν πρώην πρωθυπουργό που δεν καλείται πλέον να διαχειριστεί τις συνέπειες των επιλογών του. Αυτό δεν ακυρώνει το δικαίωμά του να παρεμβαίνει. Απλώς αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η παρέμβαση.
Το πραγματικό κενό: Το «όχι» δεν αποτελεί αυτοτελή στρατηγική
Ο Καραμανλής έχει ένα ισχυρό επιχείρημα: η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδεχθεί διαδικασία που θα αναγνώριζε στην Τουρκία δικαίωμα αδειοδότησης για ελληνικές δραστηριότητες σε θαλάσσιες ζώνες όπου δεν διαθέτει τέτοια αρμοδιότητα.
Ωστόσο, πρέπει να διαχωρίσουμε τρία πράγματα:
- Την αίτηση άδειας από την Τουρκία.
- Την επιχειρησιακή ενημέρωση για λόγους ασφάλειας ή αποφυγής επεισοδίου.
- Την αποδοχή τουρκικής δικαιοδοσίας σε αμφισβητούμενη περιοχή.
Δεν είναι νομικά και πολιτικά ταυτόσημα.
Μια ενημέρωση μπορεί να εξελιχθεί σε προβληματική πρακτική, εφόσον δημιουργεί την εντύπωση αναγνώρισης τουρκικής αρμοδιότητας. Δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε τεχνική επικοινωνία συνιστά αυτομάτως εκχώρηση κυριαρχικού δικαιώματος. Η ουσιαστική δοκιμασία είναι αν το έργο πραγματοποιείται, με ποιο νομικό πλαίσιο και υπό ποιους πραγματικούς όρους.
Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης. Αν επικαλείται τον διάλογο για να καλύψει αδυναμία εφαρμογής αποφάσεων, η κριτική Καραμανλή αποκτά μεγαλύτερη ισχύ. Αν, αντιθέτως, χρησιμοποιεί τεχνικούς μηχανισμούς αποτροπής κρίσεων χωρίς παραχώρηση δικαιωμάτων και πετυχαίνει την υλοποίηση του έργου, τότε η απόλυτη αντίθεση του πρώην πρωθυπουργού χρειάζεται σοβαρότερη αιτιολόγηση.
Το αναγκαίο στοιχείο που λείπει από τη δημόσια αντιπαράθεση είναι η ακριβής διαδικασία που προτείνεται για το καλώδιο, όχι μόνο οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί της.
Η μεγάλη αντίφαση: Ο Καραμανλής επικρίνει το σύστημα που ο ίδιος υπηρέτησε
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορική ασυμμετρία. Ο Καραμανλής καταγγέλλει την αδράνεια των συμμάχων, την υποχωρητικότητα απέναντι στις πιέσεις και τις αδυναμίες των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Αλλά η Ελλάδα δεν ανακάλυψε σήμερα αυτά τα προβλήματα.
Κατά τη δική του πρωθυπουργία, την περίοδο 2004–2009, η Τουρκία διατηρούσε το casus belli, το Κυπριακό παρέμενε άλυτο και οι δυτικοί σύμμαχοι αντιμετώπιζαν τις ελληνοτουρκικές διαφορές κυρίως μέσα από το πρίσμα της συνοχής του ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση Καραμανλή επιδίωξε επίσης συνεννόηση με την Άγκυρα. Δεν πέτυχε όμως την άρση αυτών των βασικών απειλών.
Αυτό δεν συνιστά απόδειξη αποτυχίας συνολικά. Αποδεικνύει όμως ότι η διαφορά ανάμεσα στη διάγνωση μιας απειλής και στην αποτελεσματική αντιμετώπισή της είναι τεράστια. Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός επικαλείται τις αποτυχημένες απόπειρες συνεννόησης όλων των ελληνικών κυβερνήσεων μετά το 1974. Στην πραγματικότητα αναγνωρίζει, έστω εμμέσως, και τα όρια της δικής του πολιτικής.
Επομένως, η ιστορική του εμπειρία προσδίδει βαρύτητα στις προειδοποιήσεις του, όχι όμως ασυλία από τον απολογισμό.
Η πιο υποτιμημένη πλευρά της ομιλίας δεν αφορά την Τουρκία, αλλά τη μεσαία τάξη
Εδώ βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, το πραγματικά ενδιαφέρον πολιτικό σήμα.
Ο Καραμανλής δεν περιορίστηκε σε εθνικά ζητήματα. Μίλησε για τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, τις κοινωνικές ανισότητες, την κρίση των ευρωπαϊκών ελίτ και την απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού οικοδομήματος. Αυτή η επιλογή του δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.
Συνδέει δύο πολιτικά ακροατήρια: τους ψηφοφόρους που ανησυχούν για την εθνική ασφάλεια και εκείνους που αισθάνονται οικονομικά εγκαταλελειμμένοι. Η σύνδεση είναι δυνητικά ισχυρή. Αλλά έχει μια αδυναμία. Η κριτική στην ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ελίτ είναι εύκολη όσο δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες απαντήσεις για την παραγωγικότητα, τη φορολογία, το κόστος ζωής και τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.
Ο Καραμανλής, συνειδητά ή όχι, διαμορφώνει ένα πολιτικό λεξιλόγιο που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μια ευρύτερη συντηρητική αμφισβήτηση της σημερινής κυβερνητικής ταυτότητας. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι επιδιώκει ο ίδιος να ενισχύσει κάποιο νέο πολιτικό σχήμα.
Καραμανλής και Σαμαράς: Κοινό ακροατήριο, όχι κατ’ ανάγκην κοινή στρατηγική
Η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά έχει πολιτικό συμβολισμό. Ακόμη περισσότερο η αποστροφή του κατά την αποχώρηση, ότι δεν έχει σημασία αν ο ίδιος άκουσε τον Καραμανλή, αλλά ότι άλλοι πρέπει να τον ακούσουν. Όμως εδώ χρειάζεται προσοχή. Η παρουσία δύο πρώην πρωθυπουργών στον ίδιο χώρο δεν αποδεικνύει τη συγκρότηση ενιαίου αντιπολιτευτικού κέντρου.
Ο Σαμαράς μπορεί να επιδιώκει ευθέως πολιτική πίεση. Ο Καραμανλής μπορεί να επιδιώκει τη διατήρηση της θεσμικής επιρροής του και την παρέμβαση στη στρατηγική της παράταξης. Τα κίνητρα ενδέχεται να τέμνονται χωρίς να ταυτίζονται. Και εδώ εντοπίζω μια δεύτερη, λιγότερο προφανή πιθανότητα: Η δημόσια αυστηρότητα του Καραμανλή λειτουργεί ως μηχανισμός εσωτερικής πίεσης που δεν αποσταθεροποιεί υποχρεωτικά την κυβέρνηση.
Μπορεί, αντιθέτως, να βοηθά τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί επικοινωνία με ένα παραδοσιακό συντηρητικό ακροατήριο, το οποίο διαφορετικά θα απομακρυνόταν. Έτσι, η κυβέρνηση δέχεται κριτική, αλλά η δυσαρέσκεια παραμένει εντός του ιστορικού πολιτικού της χώρου.
Η βαθύτερη πολιτική συνέπεια: Ο κίνδυνος δεν είναι η διαφωνία, αλλά η μετατόπιση του κριτηρίου νομιμοποίησης
Η μεγαλύτερη δυσκολία για τον Μητσοτάκη δεν είναι ότι ο Καραμανλής επικρίνει μια κυβερνητική επιλογή. Είναι ότι η κριτική μπορεί να μεταβάλει το εσωκομματικό κριτήριο αξιολόγησης της κυβέρνησης. Όταν το ερώτημα γίνεται αν μια κυβέρνηση είναι αρκετά αποφασιστική, και όχι αν η πολιτική της φέρνει μετρήσιμα αποτελέσματα, η αντιπαράθεση μεταφέρεται σε πεδίο όπου οι συμβολισμοί αποκτούν δυσανάλογη δύναμη.
Υπάρχει όμως και αντίστροφος κίνδυνος για τον ίδιο τον Καραμανλή. Αν κάθε επιλογή διαλόγου παρουσιάζεται ως ενδεχόμενη υποχώρηση, τότε το εύρος της διπλωματίας περιορίζεται χωρίς να αποδεικνύεται ότι αυξάνεται η αποτρεπτική ισχύς. Η αποφασιστικότητα είναι απαραίτητη. Δεν αρκεί όμως για να υποκαταστήσει μια στρατηγική.
Οι δύο πιθανότερες ερμηνείες
- Ο Καραμανλής επιδιώκει να διαμορφώσει όρια για την κυβερνητική εξωτερική πολιτική, ενισχύοντας παράλληλα τη δική του θεσμική επιρροή. Δεν έχει αποδειχθεί πρόθεση πολιτικής ρήξης.
- Η παρέμβαση συντηρεί ένα εναλλακτικό ιδεολογικό σημείο αναφοράς μέσα στον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς. Μπορεί να λειτουργήσει είτε ως πίεση προς τον Μητσοτάκη είτε ως ανάχωμα διαρροής δυσαρεστημένων ψηφοφόρων.
Strategic Use Case
Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;
Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.



