|
Στη νεοελληνική ψυχοπαθολογία, η πραγματικότητα δεν αποτελεί ποτέ πεδίο ευθύνης, αλλά αφορμή για συναισθηματική εκφόρτιση. Κάθε διαπραγμάτευση μετατρέπεται εν ριπή οφθαλμού σε «προδοσία», κάθε αναγκαίος συμβιβασμός σε «υποταγή» και κάθε δυσκολία σε υπαρξιακή «συντριβή». Πρόκειται για την παλιά, βαθιά ριζωμένη άρνηση του μέτρου: κανένας δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα, διότι η εξέτασή τους απαιτεί κόπο, αυτογνωσία και κριτικό στοχασμό. Προτιμά την προκατασκευασμένη ετυμηγορία, ακριβώς επειδή η καταγγελία προσφέρει μια άμεση, ανέξοδη ηθική δικαίωση.
Η πρόσφατη περιπέτεια με τη Μονή Σινά αναδεικνύει ανάγλυφα αυτό το φαινόμενο. Ήδη από το καλοκαίρι του 2025, προτού καν διαμορφωθούν οι όροι του διαλόγου, η υπόθεση είχε κηρυχθεί συλλογική «εθνική ήττα». Κι όμως, η πρόσφατη αναγγελία μιας συμφωνίας με την αιγυπτιακή πλευρά, προϊόν επίπονου διαλόγου, επιστημονικής επεξεργασίας και εκκλησιαστικής συνεννόησης, ήρθε να υπενθυμίσει ότι τα πράγματα κινούνται στον χρόνο και στη δράση, όχι στις κραυγές. Αναμφίβολα, η τελική κρίση περιμένει τα ίδια τα κείμενα. Αλλά η σπουδή να κηρυχθεί εκ των προτέρων από τις συντηρητικές εφημερίδες και σύσσωμη την αντιπολίτευση, ως καταστροφή μαρτυρά κάτι βαθύτερο: μια ανομολόγητη απέχθεια προς τη θετική έκβαση, όταν αυτή δεν τρέφει το συλλογικό μας παράπονο.
Το ίδιο σύμπτωμα επαναλαμβάνεται μονότονα. Στο ζήτημα του «Turkaegean», η δημόσια σφαίρα κατακλύστηκε από ρητορικές υστερίες και δραματικές δηλώσεις φυγής, συγχέοντας ένα εμπορικό σήμα με την ίδια την εδαφική κυριαρχία. Χρειάστηκε η ψύχραιμη, θεσμική και νομική επιμονή για να ακυρωθεί το σήμα και να απορριφθούν οι τουρκικές ενστάσεις. Ούτε το Αιγαίο είχε χαθεί με την αίτηση, ούτε τα προβλήματα εξαφανίστηκαν με την απόφαση. Όμως η ελληνική συνείδηση είχε ήδη σπεύσει να καταναλώσει τον τρόμο της απώλειας.
Παρόμοια υπήρξε η αντίδραση με το αιγυπτιακό οικόπεδο W18, όπου η μεθοδική διπλωματική διόρθωση αντιμετωπίστηκε αναδρομικά με αμηχανία, ενώ επίσης συνέβη το ίδιο και με τις συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Εκεί που η πολιτεία παρήγαγε απτό δίκαιο και κατοχύρωση ορίων, η θρηνωδία ανακάλυπτε «εκπτώσεις αρχών». Διότι για το ανορθολογικό φαντασιακό, η μόνη αποδεκτή νίκη είναι η απόλυτη, μεταφυσική δικαίωση ενός αυτάρεσκου εγώ που αρνείται να αναγνωρίσει το έργο οποιουδήποτε άλλου.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πνευματική μας ένδεια. Η διπλωματία είναι τέχνη των ορίων, άσκηση ευθύνης μέσα στην πεπερασμένη ιστορική πραγματικότητα. Με απλά ελληνικά ξεπερνά το προσδόκιμο ζωής μιας, δύο ή και περισσότερων γεννεών. Απαιτεί γνώση του συσχετισμού δυνάμεων, κατανόηση των ξένων συμφερόντων και επίγνωση του εφικτού. Όταν εμείς συγκρίνουμε διαρκώς την πραγματικότητα με ένα ανέξοδο, ιδεατό απόλυτο αποτέλεσμα, δεν ασκούμε πολιτική κριτική, καταφεύγουμε σε μια ναρκισσιστική φυγή. Ο θυμός γίνεται υποκατάστατο της σκέψης και η ένταση του θρήνου βαφτίζεται πατριωτισμός.
Η εμμονή στο δράμα έχει βαρύ τίμημα. Καθηλώνοντας τον πολίτη στην καχυποψία, καθιστά κάθε λογική συνεννόηση ύποπτη και εξορίζει τη νηφαλιότητα. Αν όμως αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τη διαφορά ανάμεσα σε έναν υπαρκτό κίνδυνο και σε μια επιτυχή διευθέτηση, παύουμε να είμαστε ιστορικά υπεύθυνοι. Και η πατρίδα παύει να είναι έργο κοινής φροντίδας, παραμένοντας απλώς το σκηνικό των διαρκών, αυτοκαταστροφικών μας ψευδαισθήσεων.
Strategic Use Case
Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;
Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.



