Κάποιες μέρες δεν ανοίγεις τις εφημερίδες για να μάθεις τι συνέβη. Τις ανοίγεις για να καταλάβεις ποιος φοβάται τι. Η σημερινή είναι μία από αυτές. Αγρότες, Τέμπη, έλεγχοι, υπερπλεονάσματα, γεωπολιτική. Όλα πάνω στο τραπέζι. Όχι ως καθαρά γεγονότα, αλλά ως αφηγήματα άμυνας και επίθεσης.
Το αγροτικό δεν είναι πια «μια ακόμα διαμαρτυρία». Είναι ρωγμή νομιμοποίησης. Όχι γιατί οι αγρότες κλείνουν δρόμους, αυτό το έχουμε ξαναδεί. Αλλά γιατί, για πρώτη φορά τόσο καθαρά, το ερώτημα δεν είναι τι ζητούν, αλλά ποιοι δικαιούνται να ζητούν. Και εκεί η κυβέρνηση δείχνει αμήχανη. Όταν μετατρέπεις τις επιδοτήσεις σε πεδίο ηθικής δίκης, όταν αφήνεις να εννοηθεί ότι «κάποιοι από αυτούς είναι ένοχοι», δεν κάνεις μεταρρύθμιση. Κάνεις επιλεκτική απονομιμοποίηση.
Τα media το μυρίστηκαν αμέσως. Άλλοι το χάιδεψαν, άλλοι το όξυναν. Οι μεν μιλούν για “κόστος των μπλόκων”, για εκατομμύρια που χάνονται, για κράτος που επιτέλους βάζει τάξη. Οι δε μιλούν για πρόχειρα μπαλώματα, για γη που μοιράζεται στα λόγια, για Κτηματολόγιο που καταρρέει μόλις συναντήσει πραγματική κοινωνική πίεση. Και οι δύο πλευρές δεν κάνουν απλώς ρεπορτάζ. Χτίζουν χαρακτήρες. Ο «αγρότης-θύμα» απέναντι στον «αγρότη-προνομιούχο». Το «κράτος-εξορθολογιστής» απέναντι στο «κράτος-μπακάλη».
Η υπόθεση Καρυστιανού λειτουργεί σαν καθρέφτης του πολιτικού μας κυνισμού. Αν μιλήσει πολιτικά, θα κατηγορηθεί ότι εκμεταλλεύεται το πένθος. Αν δεν μιλήσει, θα θεωρηθεί ότι αφήνει το σύστημα να κλείσει τον φάκελο. Η κυβέρνηση, από την άλλη, κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: επικαλείται θεσμούς. Ελέγχους. Διαδικασίες. ΑΑΔΕ. Νομιμότητα. Μόνο που εδώ η νομιμότητα δεν είναι ουδέτερη. Είναι μήνυμα. Και τα media το διαβάζουν: άλλοι ως «κράτος δικαίου», άλλοι ως «θεσμική προειδοποίηση».
Η σύγκρουση δεν είναι αν έγινε σωστά ο έλεγχος. Είναι πότε έγινε και σε ποιον. Και αυτό αρκεί για να μετατραπεί η διοίκηση σε πολιτικό εργαλείο, είτε το θέλει είτε όχι.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη παγίδα για την κυβέρνηση: νομίζει ότι παίζει σκάκι, ενώ οι αντίπαλοί της παίζουν πόκερ. Νομίζει ότι αρκεί να δείξει σοβαρότητα, διεθνείς επαφές, γεωπολιτική επάρκεια, υπερπλεονάσματα, τεχνοκρατικό έλεγχο. Και πράγματι, στο χαρτί όλα αυτά είναι ισχυρά. Στην κοινωνία όμως; Η κοινωνία δεν μετρά ισολογισμούς. Μετρά δικαιοσύνη. Και εκεί η εικόνα θολώνει.
Τα media, από την πλευρά τους, δεν είναι απλοί παρατηρητές. Παίζουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του θυμού ή της ανοχής. Άλλοι φουσκώνουν το συναίσθημα, άλλοι το αποστειρώνουν. Άλλοι μιλούν τη γλώσσα της αγανάκτησης, άλλοι τη γλώσσα του Excel. Κανείς όμως δεν λέει όλη την αλήθεια: ότι η χώρα βρίσκεται σε φάση συσσώρευσης μικρών αδικιών που, αν δεν εκτονωθούν πολιτικά, θα εκραγούν εκλογικά.
Το επικίνδυνο δεν είναι τα μπλόκα. Ούτε οι έλεγχοι. Ούτε οι τίτλοι. Το επικίνδυνο είναι ότι διαμορφώνεται ένα δίπολο χωρίς γέφυρες: από τη μία το «κράτος που βάζει τάξη», από την άλλη η «κοινωνία που δεν εμπιστεύεται το κράτος». Και τα media, αντί να λειτουργήσουν ως χώρος σύνθεσης, συχνά λειτουργούν ως επιταχυντές σύγκρουσης.
Αν κάτι προμηνύεται, δεν είναι άμεση πολιτική κρίση. Είναι κάτι πιο ύπουλο: η σταδιακή αποσύνδεση της πολιτικής από τη συναισθηματική πραγματικότητα της κοινωνίας. Η κυβέρνηση μιλά με όρους διαχείρισης. Η κοινωνία ακούει με όρους βιώματος. Και τα media, αντί να γεφυρώνουν, συχνά διαλέγουν στρατόπεδο.
Σε τέτοιες μέρες, δεν κερδίζει όποιος έχει το καλύτερο αφήγημα. Κερδίζει όποιος καταλάβει πρώτος ότι το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι πολιτικό. Και βαθιά υπαρξιακό για ένα σύστημα που δείχνει να πιστεύει ότι αν ελέγξει τα νούμερα, θα ελέγξει και την οργή.
ΔΔεν θα την ελέγξει. Θα την καθυστερήσει. Και αυτό, όπως ξέρουμε, είναι πάντα το πιο ακριβό σενάριο.
Όταν το μπλόκο δεν είναι μπλόκο, αλλά πρόβλημα εικόνας – Dark Room, Big Mouth 22/12
Η χώρα σε safe mode: Κυριακάτικη έκδοση – Μητσοτάκης Facebook