Ισχύς, ρίσκο και πολιτική ωριμότητα – Ανάλυση 26/02

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η διεθνής συγκυρία δεν επιτρέπει αυταπάτες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μετατρέψει την Ευρώπη από «χώρο κανονικότητας» σε πεδίο ενεργειακής και αμυντικής αναδιάταξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανασυντάσσουν την παρουσία τους στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι από φιλανθρωπία, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής περιορισμού της ρωσικής επιρροής και διαχείρισης της αβεβαιότητας στη Μέση Ανατολή. Η ΕΕ αναζητά ενεργειακή αυτονομία, η Ρωσία επιδιώκει ρήγματα συνοχής, ενώ η Τουρκία κινείται διαρκώς μεταξύ αναθεωρητισμού και τακτικού πραγματισμού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν είναι πλέον περιφερειακός θεατής. Οι συμφωνίες για έρευνα υδρογονανθράκων με αμερικανικές εταιρείες, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία, η ηλεκτρική διασύνδεση με την Αίγυπτο και η ευρύτερη τοποθέτηση της χώρας ως ενεργειακός κόμβος την εντάσσουν σε έναν νέο χάρτη ισχύος. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα συμμετέχει στο γεωπολιτικό παιχνίδι, το ερώτημα είναι με ποιους όρους, με ποια στρατηγική συνοχή και με ποια εσωτερική πολιτική ανθεκτικότητα.

Η θέση της Ελλάδας στο γεωπολιτικό πεδίο

Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε κόμβο τριπλής σημασίας: ενεργειακής, αμυντικής και γεωοικονομικής. Η Ελλάδα, μετά από μια δεκαετία κρίσης και αμφισβήτησης, επιχειρεί να εμφανιστεί ως σταθερός εταίρος των δυτικών θεσμών. Οι ενεργειακές συμφωνίες με αμερικανικούς κολοσσούς λειτουργούν ως σήμα πολιτικής εμπιστοσύνης. Η ελληνογαλλική αμυντική σχέση ενισχύει το αποτρεπτικό αποτύπωμα. Τα projects διασύνδεσης με την Αίγυπτο και την ευρύτερη περιοχή εντάσσονται στη στρατηγική της ΕΕ για πράσινη μετάβαση.

Ωστόσο, κάθε αναβάθμιση θέσης συνοδεύεται από αυξημένο ρίσκο. Η ενεργειακή δραστηριότητα σε θαλάσσιες ζώνες με γεωπολιτική ευαισθησία δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι πολιτικό. Ακουμπά σε ζητήματα κυριαρχίας, αποτροπής και διαχείρισης εντάσεων με την Τουρκία. Η μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό κόμβο δημιουργεί οικονομικές ευκαιρίες, αλλά και εξαρτήσεις. Η συμμετοχή σε αμυντικά σχήματα ενισχύει την αποτρεπτική αξιοπιστία, αλλά αυξάνει και την προσδοκία συμμόρφωσης με ευρύτερες δυτικές στρατηγικές.

Η Ελλάδα βρίσκεται, συνεπώς, σε μια μεταβατική στιγμή: από «παράγοντα σταθερότητας» σε ενεργό συντελεστή ισχύος. Το αν αυτό θα μετουσιωθεί σε βιώσιμη στρατηγική ή σε περιστασιακή συγκυριακή αναβάθμιση θα κριθεί από τη συνοχή του εσωτερικού πολιτικού συστήματος.

Η στάση της κυβέρνησης

Η κυβερνητική επιλογή είναι σαφής: επιτάχυνση συμφωνιών, εμβάθυνση δυτικών συμμαχιών, ανάδειξη της χώρας ως αξιόπιστου εταίρου. Πρόκειται για μια ρεαλιστική ανάγνωση της διεθνούς συγκυρίας. Σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής, η ακινησία ισοδυναμεί με υποβάθμιση.

Ωστόσο, η στρατηγική αξία μιας συμφωνίας δεν εξαντλείται στην υπογραφή της. Απαιτεί θεσμική διαφάνεια, κοινωνική νομιμοποίηση και σαφή αφήγηση για το δημόσιο όφελος. Εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα: έχει διαμορφωθεί ένα συνεκτικό εθνικό αφήγημα ή απλώς συσσωρεύονται επιμέρους κινήσεις;

Η κυβερνητική ρητορική κινείται στο πεδίο της «αναβάθμισης» και της «αξιοπιστίας». Αυτό είναι αναγκαίο, αλλά όχι επαρκές. Χωρίς συστηματική ενημέρωση, χωρίς διακομματικό διάλογο σε θέματα στρατηγικής σημασίας, χωρίς εσωτερική πολιτική συναίνεση στα θεμελιώδη, η χώρα κινδυνεύει να εμφανίζεται εξωτερικά σταθερή αλλά εσωτερικά εύθραυστη.

Η στάση και τα όρια της αντιπολίτευσης

Η αντιπολίτευση αντιδρά με διαφορετικές αποχρώσεις κριτικής. Υπάρχουν φωνές που επισημαίνουν τον κίνδυνο υποχωρητικότητας ή θολών «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο. Άλλες εστιάζουν στη θεσμική επάρκεια και στη διαφάνεια των συμφωνιών. Κάποιες αναδεικνύουν τη γενικότερη έλλειψη εθνικής στρατηγικής, υποστηρίζοντας ότι οι κινήσεις είναι αποσπασματικές και όχι ενταγμένες σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Η κριτική αυτή έχει πυρήνα σοβαρότητας. Σε ζητήματα κυριαρχίας και στρατηγικής ισχύος, ο σκεπτικισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά δημοκρατική υποχρέωση. Ωστόσο, το ερώτημα είναι αν η αντιπολίτευση διαμορφώνει εναλλακτικό συνεκτικό πλαίσιο ή αν περιορίζεται σε αποσπασματική αμφισβήτηση.

Η πολιτική ψυχολογία της ελληνικής δημόσιας σφαίρας τείνει συχνά προς τη δυσπιστία: κάθε συμφωνία υποψιάζεται ως εκχώρηση, κάθε συμμαχία ως εξάρτηση. Αν η αντιπολίτευση αναπαράγει απλώς αυτή τη διάχυτη καχυποψία χωρίς να προτείνει σαφή στρατηγική κατεύθυνση, εγκλωβίζεται σε επικοινωνιακό πεδίο.

Από την άλλη πλευρά, εάν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει κάθε κριτική ως μικροκομματική, χάνει την ευκαιρία να μετατρέψει τις μεγάλες γεωπολιτικές επιλογές σε πεδίο εθνικής συναίνεσης. Η στρατηγική ωριμότητα δεν μετριέται μόνο στη διεθνή σκηνή, αλλά και στη δυνατότητα εσωτερικής συνεννόησης.

Tο στρατηγικό ερώτημα

Η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση αναβάθμισης ρόλου σε ένα ασταθές διεθνές σύστημα. Οι συμφωνίες των τελευταίων ετών δεν είναι απλώς οικονομικά ή τεχνικά γεγονότα. Συνιστούν τοποθέτηση στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η χώρα πρέπει να συμμετέχει ενεργά. Είναι αν μπορεί να το κάνει με στρατηγική συνέχεια, θεσμική σοβαρότητα και πολιτική αυτογνωσία. Μια χώρα που επιδιώκει να είναι ενεργειακός κόμβος και πυλώνας ασφάλειας οφείλει να διαθέτει εσωτερική συνοχή, καθαρό εθνικό αφήγημα και ώριμη δημόσια συζήτηση.

Η γεωπολιτική αναβάθμιση δεν είναι μόνο υπόθεση συμφωνιών. Είναι δοκιμασία πολιτικού πολιτισμού. Και αυτό, τελικά, είναι το πιο απαιτητικό πεδίο.

Intelligence Report: Sign Up

×