Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Πολιτική Θεώρηση
Η πορεία προς το 2026 φέρνει την ελληνική πολιτεία μπροστά σε μια περίοδο ασταθούς σταθερότητας. Οι αριθμοί του προϋπολογισμού παρουσιάζουν θετική μεταβολή: 2,4% ανάπτυξη, 2,2% πληθωρισμός, πτώση της ανεργίας στο 8,6%. Παράλληλα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται, και οι προβλέψεις για τις δημόσιες επενδύσεις είναι αισιόδοξες. Όμως η εμπειρία διδάσκει ότι η απόσταση μεταξύ οικονομικών δεικτών και κοινωνικής αίσθησης δεν είναι ποτέ αυτονόητα γεφυρωμένη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επενδύει πολιτικά σε έναν προϋπολογισμό που ενσωματώνει στοιχεία κοινωνικής πολιτικής και αποφορολόγησης. Ο λόγος είναι απλός: το 2026 είναι το έτος στο οποίο πρέπει να επιβεβαιωθεί ή να ανατραπεί η συνθήκη κυβερνητικής κυριαρχίας πριν από τις εκλογές του 2027. Το εγχείρημα βασίζεται σε δύο σκέλη: την οικονομική αποδοτικότητα και την κοινωνική πειθώ.
Η πρώτη προϋπόθεση, η οικονομική αποδοτικότητα, εξαρτάται από την εκτέλεση του Ταμείου Ανάκαμψης, την προσέλκυση επενδύσεων και τη σταθερότητα στο διεθνές περιβάλλον. Όμως η αλήθεια είναι πως τα ευρωπαϊκά κονδύλια μέχρι σήμερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν ουσιαστικά το παραγωγικό μοντέλο. Ούτε να σταματήσουν την κοινωνική διάρρηξη ανάμεσα σε εκείνους που «προχωρούν» και σε εκείνους που απλώς επιβιώνουν. Στην πράξη, το κύμα επενδυτικών εισροών το 2026 δεν είναι απολύτως ενδογενές. Είναι προϊόν μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συγκυρίας: της ανάγκης ταχείας απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων και του ανοίγματος των διεθνών αγορών προς τις πιο «πειθαρχημένες» περιφερειακές οικονομίες. Η Ελλάδα έχει το πλεονέκτημα της δημοσιονομικής υπευθυνότητας και της θεσμικής κανονικότητας, τουλάχιστον σε σύγκριση με άλλες χώρες του Νότου. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η συγκυριακή αξιοπιστία θα μεταφραστεί σε διατηρήσιμο μομέντουμ.
Το δεύτερο σκέλος, η κοινωνική πειθώ, είναι λιγότερο ποσοτικοποιήσιμο και περισσότερο εκτεθειμένο σε μεταβλητές πολιτικής συμπεριφοράς. Παρά την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η αγοραστική δύναμη παραμένει πεσμένη, κυρίως λόγω των προηγούμενων σωρευτικών απωλειών. Τα μέτρα ελάφρυνσης για νοικοκυριά και επαγγελματίες λειτουργούν περισσότερο ως ενέσεις βραχυχρόνιας ανακούφισης παρά ως ενδείξεις διαρθρωτικής μεταβολής. Το πραγματικό κόστος ζωής, με εστίαση στα βασικά αγαθά και τη στέγαση, παραμένει υψηλό. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλή ψυχολογική εμπιστοσύνη του μέσου πολίτη προς το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Εκεί ακριβώς εδράζεται και η πολιτική αβεβαιότητα. Το πολιτικό διακύβευμα είναι τεράστιο. Ο πρωθυπουργός δηλώνει πως θα πάει σε εκλογές το 2027, με στόχο την αυτοδυναμία. Όμως όσο περνάει ο καιρός, όλο και λιγότεροι στο εσωτερικό της ΝΔ το πιστεύουν αυτό. Ο Πρόεδρος της Βουλής μίλησε για «διπλές και τριπλές κάλπες». Ο Άδωνις Γεωργιάδης, χωρίς περιστροφές, ξεκαθαρίζει πως θα κάνουμε εκλογές «όσες φορές χρειαστεί». Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγκάστηκε να αποδοκιμάσει αυτά τα σενάρια, μα το μήνυμα είχε ήδη φτάσει: η αυτοδυναμία δεν είναι δεδομένη και ο σχεδιασμός για το 2026 είναι και ένας σχεδιασμός εκλογικής αναγκαιότητας. Όμως η πολυκομματική διάταξη και η διάχυση της δυσαρέσκειας εμποδίζουν την κυβέρνηση να σταθεροποιήσει πλειοψηφικό ρεύμα. Το 2023 ήταν το τέλος της κυριαρχίας του ΣΥΡΙΖΑ. Το 2026 θα αποκαλύψει αν υπήρξε μόνο μετατόπιση ή και αναδιάταξη.
Η πολυδιάσπαση του χώρου δεξιά της ΝΔ (με Ελληνική Λύση, Φωνή Λογικής, ΝΙΚΗ) και η αποσυσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ηγεμονικό διάδοχο αφήνουν περιθώριο για νέα, πιο ευέλικτα πολιτικά σχήματα. Όμως το εκλογικό σύστημα δεν ευνοεί την έκφραση αυτής της πολυπλοκότητας. Σε περίπτωση επανάληψης του κατακερματισμού, η αυτοδυναμία δεν θα είναι αριθμητικά εφικτή. Η δε συγκυβέρνηση, ειδικά με το ΠΑΣΟΚ, παραμένει θεσμικά πιθανή αλλά πολιτικά δύσκολη, λόγω ελλείμματος προγραμματικής συμβατότητας και ιστορικών φορτίων.
Η ειρωνεία είναι ότι ο προϋπολογισμός του 2026 μπορεί να αποδειχθεί ταυτόχρονα ισχυρός τεχνοκρατικά και αδύναμος πολιτικά. Ισχυρός, γιατί αποτυπώνει μια σοβαρή προσπάθεια προσαρμογής στους στόχους της πράσινης μετάβασης, της κοινωνικής επανένταξης και της δημοσιονομικής ισορροπίας. Αδύναμος, γιατί είναι αμφίβολο αν πείθει ως εργαλείο ευρύτερης συμπερίληψης ή ως γέφυρα με την πραγματικότητα των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων.
Το 2026, συνεπώς, είναι ένα έτος μετέωρο. Ούτε κρίσης, ούτε ευφορίας. Μια χρονιά οριακής πολιτικής αντοχής, στην οποία οι διαρθρωτικές ικανότητες του κράτους και η υπομονή της κοινωνίας δοκιμάζονται ταυτόχρονα. Εάν η πολιτική ελίτ δεν αντιληφθεί ότι το επόμενο βήμα δεν είναι απλώς το «καλό κυβερνάν», αλλά η ανακατασκευή της εμπιστοσύνης, τότε το 2027 δεν θα είναι μια «τελική μάχη», αλλά η απαρχή ενός διαρκούς εκκρεμούς.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ηγεμονίες, αλλά από ανοιχτό διάλογο και πλουραλιστικές κυβερνησιμότητες. Ο προϋπολογισμός και η ανάπτυξη είναι απαραίτητα αλλά όχι επαρκή. Αν δεν υπάρξει πολιτικό σχέδιο που να ενσωματώνει τις αγωνίες του κοινωνικού σώματος, η αβεβαιότητα θα επανέλθει με διαφορετικό πρόσημο. Και τότε, οι αριθμοί δεν θα έχουν σημασία.
Intelligence Report: Sign Up







