|
Η σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά έχει πλέον ξεφύγει από τα όρια μιας προσωπικής αντιπαράθεσης. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τι είναι η Νέα Δημοκρατία, ποιος εκφράζει τη συνέχεια της παράταξης και, κυρίως, ποιος θα χρεωθεί μια πιθανή μελλοντική ρήξη. Η λέξη «υστεροφημία» που χρησιμοποιήθηκε εκατέρωθεν είναι αποκαλυπτική. Οι δύο πλευρές δεν μιλούν μόνο για το παρόν, μιλούν ήδη για το πώς θα γραφτεί η ιστορία της επόμενης ημέρας.
Η αντίδραση του Αντώνη Σαμαρά ωστόσο στον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αποπνέει δύναμη. Αποπνέει εκνευρισμό, πολιτική απομόνωση και μια αυξανόμενη αγωνία να παραμείνει ο ίδιος πρωταγωνιστής σε μια παράταξη που έχει προ πολλού πάψει να περιστρέφεται γύρω του.
Η φράση του πρωθυπουργού ότι ο Σαμαράς διαθέτει «τεχνογνωσία» στο να κάνει ζημιά στη Νέα Δημοκρατία ήταν προφανώς αιχμηρή. Η αντίδραση όμως του πρώην πρωθυπουργού ήταν δυσανάλογα μεγάλη. Μέσα σε λίγη ώρα απάντησε με ένα σχεδόν καθολικό κατηγορητήριο κατά της κυβέρνησης, από την ακρίβεια και τις απευθείας αναθέσεις έως τα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το μεταναστευτικό, την εξωτερική πολιτική και την κοινωνική ατζέντα.
Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που πρέπει να διαβαστεί πίσω από τις λέξεις.
Η ΥΠΕΡΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΠΡΟΔΙΔΕΙ ΠΙΕΣΗ
- Ένας πολιτικός που αισθάνεται πραγματικά ισχυρός δεν χρειάζεται να απαντήσει σε μία αιχμή με δεκαπέντε κατηγορίες.
- Επιλέγει το πεδίο του, περιμένει, απαντά στο κατάλληλο timing και αναγκάζει τον αντίπαλο να ακολουθήσει τη δική του ατζέντα.
Ο Σαμαράς έκανε ακριβώς το αντίθετο.
Έδειξε ότι η αναφορά στην πολιτική του διαδρομή και ειδικά στην ικανότητά του να προκαλεί ζημιά στην παράταξη ακούμπησε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο νεύρο.
Αυτό δεν είναι πανικός με τη στενή έννοια.
Είναι όμως σαφής πολιτική ανασφάλεια.
ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΕΙ
Ο Μητσοτάκης δεν του απάντησε ιδεολογικά.
Δεν μπήκε σε συζήτηση για τα ελληνοτουρκικά, το μεταναστευτικό ή το πόσο δεξιά πρέπει να βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία.
Strategic Use Case
Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;
Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.
Του υπενθύμισε την εκλογική επίδοση της ΝΔ επί πρωθυπουργίας Σαμαρά, σχολιάζοντας ότι είχε πάρει περίπου 18%.
Αυτή η απάντηση είναι πολύ πιο επικίνδυνη για τον Σαμαρά από μια ιδεολογική αντιπαράθεση.
Γιατί τον επαναφέρει από τον ρόλο του «σοφού πρώην πρωθυπουργού» στο πραγματικό πεδίο της πολιτικής, δηλαδή στην εκλογική αποτελεσματικότητα.
Και εκεί η σύγκριση είναι δυσμενής.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επικαλείται αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες και πολυετή κυβερνητική κυριαρχία.
Ο Σαμαράς καλείται να εξηγήσει γιατί ένας πολιτικός που παρουσιάζει σήμερα τον εαυτό του ως αυθεντικό εκφραστή της παράταξης είχε οδηγήσει τη ΝΔ σε μια από τις χαμηλότερες εκλογικές επιδόσεις της μεταπολιτευτικής ιστορίας της.
Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΩΝ 800.000 ΨΗΦΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ, ΕΙΝΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Η αναφορά του στους 800.000 ψηφοφόρους που τον εξέλεξαν αρχηγό της ΝΔ το 2009 παρουσιάζεται ως απόδειξη πολιτικής νομιμοποίησης.
Στην πραγματικότητα όμως αποκαλύπτει το βασικό πρόβλημα της επιχειρηματολογίας του.
Ανατρέχει δεκαεπτά χρόνια πίσω για να αποδείξει τη σημερινή του ισχύ.
Στην πολιτική αυτό είναι σχεδόν πάντα κακό σημάδι.
Η ισχύς δεν αποδεικνύεται με αναμνήσεις.
Αποδεικνύεται με σημερινές ψήφους, βουλευτές, οργανώσεις, κοινωνικές συμμαχίες και εκλογική προοπτική.
Σήμερα ο Σαμαράς δεν διαθέτει τίποτε από αυτά σε κλίμακα που να δικαιολογεί την εικόνα εναλλακτικού κέντρου εξουσίας.
Διαθέτει φωνή.
Δεν διαθέτει ακόμη στρατό.
ΤΟ «ΚΟΜΜΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ» ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΦΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ
Ο Σαμαράς υποστηρίζει ότι η σημερινή ΝΔ δεν είναι η ιστορική παράταξη, αλλά «το κόμμα Μητσοτάκη».
Η φράση είναι εντυπωσιακή αλλά κρύβει μια σοβαρή αντίφαση.
Η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει κερδίσει διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις υπό τον Μητσοτάκη.
Άρα, για να υποστηρίξει ο Σαμαράς ότι η ΝΔ έχει μετατραπεί σε κάτι ξένο προς την ίδια της την ταυτότητα, πρέπει εμμέσως να ισχυριστεί ότι εκατομμύρια ψηφοφόροι της δεν καταλαβαίνουν πλέον ποια παράταξη ψηφίζουν.
Αυτό είναι πολιτικά αλαζονικό.
Και μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα.
Ο μέσος ψηφοφόρος της ΝΔ ενδέχεται να διαφωνεί με επιλογές της κυβέρνησης, αλλά δύσκολα θα δεχθεί ότι κάποιος πρώην αρχηγός έχει μεγαλύτερο δικαίωμα από τον ίδιο να αποφασίζει ποια είναι η «πραγματική» Νέα Δημοκρατία.
Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ
Υπάρχει και δεύτερο σοβαρό πρόβλημα.
Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός της ΝΔ συμπυκνώνει στην ίδια δήλωση Τέμπη, υποκλοπές, διαφθορά, απευθείας αναθέσεις, φτωχοποίηση, ΟΠΕΚΕΠΕ και ακρίβεια, παύει να ασκεί συντηρητική κριτική από τα δεξιά.
Αρχίζει να χρησιμοποιεί σχεδόν ολόκληρο το λεξιλόγιο της αντικυβερνητικής αντιπολίτευσης.
Αυτό μπορεί να του εξασφαλίσει πρωτοσέλιδα.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι του εξασφαλίζει ψηφοφόρους.
Για έναν παραδοσιακό ψηφοφόρο της ΝΔ υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «θέλω πιο δεξιά πολιτική» και στο «θέλω να αποδομήσω συνολικά την κυβέρνηση της ΝΔ».
Ο Σαμαράς κινδυνεύει να περάσει αυτή τη γραμμή και να γίνει καρικατούρα Ιζνογκουντ.
Η ΠΑΓΙΔΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ
Ο πρωθυπουργός φαίνεται να έχει πλέον εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης.
Δηλώνει ότι δεν βλέπει πεδίο συνεννόησης με τον πρώην πρωθυπουργό και μεταφέρει τη σύγκρουση στην ιστορική και εκλογική αποτελεσματικότητα.
Η στρατηγική του είναι αρκετά καθαρή.
Να αναγκάσει τον Σαμαρά να επιλέξει.
- Είτε θα παραμείνει ένας πρώην πρωθυπουργός που ασκεί κριτική στη ΝΔ.
- Είτε θα μετατραπεί σε πολιτικό αντίπαλο της ΝΔ.
Στη δεύτερη περίπτωση, κάθε κίνησή του θα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως προσπάθεια «διάσωσης της παράταξης», αλλά ως προσπάθεια αποδυνάμωσής της.
Και εκεί η ιστορία της περιόδου 1992–1993 επιστρέφει αυτομάτως στη δημόσια συζήτηση.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Υπάρχει μια ακόμη βαθύτερη διάσταση.
Ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται σε έναν παράξενο πολιτικό ενδιάμεσο χώρο.
Είναι αρκετά σημαντικός για να προκαλεί ειδήσεις.
Δεν είναι όμως αρκετά ισχυρός ώστε να καθορίζει την ατζέντα.
Και όσο περνά ο χρόνος, αυτή η απόσταση μεγαλώνει.
Η σημερινή ΝΔ έχει νέα γενιά στελεχών, διαφορετικό εκλογικό ακροατήριο και διαφορετική κοινωνική σύνθεση από εκείνη της περιόδου που ο ίδιος ήταν αρχηγός.
Η επίκληση της «ιστορικής παράταξης» είναι επομένως ταυτόχρονα όπλο και παγίδα.
Μπορεί να κινητοποιήσει ένα τμήμα της παλιάς κομματικής βάσης.
Μπορεί όμως και να κάνει τον ίδιο να φαίνεται πολιτικός μιας προηγούμενης εποχής που ζητά από το παρόν να επιστρέψει στις δικές του αναμνήσεις.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Η σημερινή αντίδραση Σαμαρά μπορεί να αποτιμηθεί ως: 50% πολιτική ανασφάλεια, 30% προσωπική οργή, 20% προετοιμασία πιθανής νέας παρέμβασης.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ένταση της ρητορικής του είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερη από τη μετρήσιμη πολιτική δύναμη που διαθέτει.
Και αυτό αποτελεί δομικό πρόβλημα.
Όσο αυξάνει την ένταση χωρίς να εμφανίζονται βουλευτές, οργανώσεις, στελέχη και εκλογικό ποσοστό, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να μετατραπεί από παράγοντα εξελίξεων σε παράγοντα θορύβου.
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα.
Αν στις επόμενες εβδομάδες δεν εμφανιστούν εν ενεργεία βουλευτές, πρώην υπουργοί με πραγματικό πολιτικό βάρος, περιφερειακές οργανώσεις ή δημοσκοπική δυναμική, τότε η εικόνα ενός εναλλακτικού δεξιού πόλου θα αποδειχθεί περισσότερο επικοινωνιακή κατασκευή παρά πολιτική πραγματικότητα.
Αντίθετα, εάν εμφανιστούν τέτοια στοιχεία, η σύγκρουση αποκτά διαφορετική διάσταση.
Μέχρι στιγμής όμως δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για οργανωμένο πολιτικό ρεύμα.
ΣΕΝΑΡΙΑ
1. Παρατεταμένη προσωπική αντιπαράθεση – 65%
Ο Σαμαράς συνεχίζει τις επιθέσεις, διατηρεί υψηλή δημοσιότητα αλλά δεν καταφέρνει να οικοδομήσει αυτόνομη πολιτική δύναμη.
2. Πολιτική κίνηση περιορισμένης δυναμικής – 30%
Δημιουργείται κάποιο σχήμα ή οργανωμένος πυρήνας, αλλά δυσκολεύεται να υπερβεί τον χώρο της δεξιάς διαμαρτυρίας.
3. Πραγματική απειλή για τη ΝΔ – 5%
Θα απαιτούσε σημαντικές αποχωρήσεις στελεχών και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, κάτι που σήμερα δεν διακρίνεται.
ΤΟ ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Ο Σαμαράς σήμερα κέρδισε μία ακόμη ημέρα δημοσιότητας.
Πολιτικά, όμως, ενδέχεται να έχασε περισσότερα.
Η υπερβολική ένταση της αντίδρασής του έδωσε στον Μητσοτάκη την ευκαιρία να τον επαναφέρει στο δυσμενέστερο για τον ίδιο πεδίο, στην εκλογική αποτελεσματικότητα και στο ιστορικό των εσωτερικών συγκρούσεων της ΝΔ.
Το κυριότερο όμως είναι άλλο.
Ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει να πολεμά ταυτόχρονα τρεις μάχες, εναντίον του Μητσοτάκη, εναντίον της πολιτικής του περιθωριοποίησης και εναντίον του ίδιου του χρόνου.
Και αυτή είναι μια μάχη που δεν κερδίζεται με μεγαλύτερες δηλώσεις.
Κερδίζεται μόνο με πραγματική πολιτική δύναμη.
Μέχρι στιγμής, αυτή δεν φαίνεται.
Γι’ αυτό και πίσω από τον θόρυβο της δήλωσης υπάρχει μία εικόνα που ίσως ο ίδιος θα προτιμούσε να μη φαίνεται: όχι ένας πρώην πρωθυπουργός που τρομάζει το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά ένας πρώην πρωθυπουργός που προσπαθεί να αποδείξει ότι το Μέγαρο Μαξίμου πρέπει ακόμη να τον φοβάται, σαν τον Ισζνογκουντ της γαλλικής σειράς κόμικ που δημιουργήθηκε από τον σεναριογράφο Ρενέ Γκοσινί και τον σχεδιαστή Ζαν Ταμπαρί, και επαναλαμβάνει συνεχώς τη φράση “Θέλω να γίνω χαλίφης στη θέση του χαλίφη!” .



