Όταν η Ελ.Α.Σ. οργανώνει την οργή – Άποψη 09/06

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Πώς ένας πληγωμένος, ταπεινωμένος, οικονομικά στραγγαλισμένος λαός μπορεί να παραδοθεί στη μέθη της λύτρωσης όταν μια ηγεσία του προσφέρει έναν απλό εχθρό, ένα μαγικό σύνθημα και την ψευδαίσθηση ότι η Ιστορία αλλάζει με μια κραυγή;

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 έδωσε στο «Όχι» 61,31% έναντι 38,69% του «Ναι», με συμμετοχή πάνω από 62%, σύμφωνα με τα επίσημα εκλογικά αποτελέσματα. Εκείνο το βράδυ, η πλατεία Συντάγματος γέμισε πανηγυρισμούς, σημαίες, συνθήματα, δάκρυα ανακούφισης και μια σχεδόν μεταφυσική βεβαιότητα ότι ο λαός είχε «νικήσει» τους δανειστές, τις αγορές, την Ευρώπη, το παλιό πολιτικό σύστημα, ίσως και την ίδια την πραγματικότητα. Διεθνή ρεπορτάζ κατέγραφαν τη συγκέντρωση των υποστηρικτών του «Όχι» στο Σύνταγμα και την αίσθηση ότι οι Έλληνες ζητούσαν να αντιμετωπιστούν «ως άνθρωποι και όχι ως αριθμοί».

Εδώ βρίσκεται ο πρώτος παραλληλισμός με τη μαζική ψυχολογία που αξιοποίησε ο ναζισμός στη Γερμανία του Μεσοπολέμου: η πολιτική της ταπείνωσης. Η Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζούσε με το τραύμα της ήττας, της Συνθήκης των Βερσαλλιών, της οικονομικής κατάρρευσης και της κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Οι ναζί δεν εφηύραν την απόγνωση, την οργάνωσαν. Δεν δημιούργησαν μόνοι τους την οργή, της έδωσαν στόχο, μύθο και τελετουργία. Το Μουσείο Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ επισημαίνει ότι εκατομμύρια Γερμανοί βρήκαν ελκυστικά τα προπαγανδιστικά μηνύματα των ναζί μέσα στην κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Στην Ελλάδα του 2015 δεν υπήρχε φυσικά ναζιστικό σχέδιο, φυλετική ιδεολογία, ολοκληρωτικό κόμμα ή βιομηχανία θανάτου. Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Υπήρχε όμως μια κοινωνία εξαντλημένη από πέντε χρόνια μνημονίων, ανεργίας, μειώσεων, φορολογικής πίεσης, συλλογικής ταπείνωσης και πολιτικής χρεοκοπίας. Πάνω σε αυτή την ψυχολογία χτίστηκε ένα σχήμα σχεδόν αρχέγονο: εμείς οι ταπεινωμένοι απέναντι στους εκβιαστές. Όποιος αμφέβαλλε, γινόταν περίπου φοβικός, υποταγμένος, γερμανοτσολιάς, άνθρωπος των τραπεζών, μέρος του παλιού καθεστώτος. Η μάζα δεν ήθελε ανάλυση κόστους-οφέλους. Ήθελε εξαγνισμό.

Ο δεύτερος παραλληλισμός είναι ο ρόλος της λυτρωτικής ηγεσίας. Ο Χίτλερ εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος που θα έβγαζε τη Γερμανία από την ταπείνωση, θα αποκαθιστούσε την εθνική υπερηφάνεια και θα τιμωρούσε τους «ενόχους». Η Britannica περιγράφει πώς η ναζιστική προπαγάνδα πρόβαλλε τον Χίτλερ σαν σωτήρα, σχεδόν σαν «θαυματουργό γιατρό» ενός άρρωστου λαού. Το 2015, σε πολύ μικρότερη και δημοκρατική κλίμακα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πούλησε κάτι ανάλογο ψυχολογικά: ότι μια αποφασιστική λαϊκή έκρηξη θα άλλαζε τους συσχετισμούς, θα λύγιζε τους δανειστές και θα επέτρεπε μια αξιοπρεπή έξοδο χωρίς το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης.

Ο τρίτος παραλληλισμός είναι η μέθη της πλατείας. Οι ναζιστικές συγκεντρώσεις δεν ήταν απλώς πολιτικές εκδηλώσεις, ήταν τελετουργίες ένταξης. Ο μοναχικός, φοβισμένος, ταπεινωμένος άνθρωπος διαλυόταν μέσα στο πλήθος και ξαναγεννιόταν ως μέλος μιας «ιστορικής αποστολής». Αυτό ακριβώς κάνει επικίνδυνη τη μάζα: δεν σκέφτεται απλώς, αισθάνεται συλλογικά. Στο Σύνταγμα του 2015, η μάζα δεν πανηγύριζε μια τεχνική διαπραγματευτική νίκη. Πανηγύριζε την ψευδαίσθηση ότι το θυμικό μπορεί να αντικαταστήσει τη στρατηγική. Και αυτό είναι το κρίσιμο: όταν η πολιτική γίνεται ψυχόδραμα, η πραγματικότητα περιμένει στη γωνία με λογαριασμό.

Ο τέταρτος παραλληλισμός είναι η κατασκευή του εχθρού. Οι ναζί έδωσαν στην κοινωνική δυστυχία πρόσωπο: Εβραίοι, κομμουνιστές, φιλελεύθεροι, «προδότες του Νοεμβρίου». Η κατασκευή αυτή οδήγησε στο έγκλημα, στον πόλεμο και στη γενοκτονία. Στην ελληνική περίπτωση, η κατασκευή του εχθρού δεν είχε την ίδια φύση ούτε την ίδια εγκληματική συνέπεια, αλλά είχε την ίδια επικοινωνιακή απλοϊκότητα: για όλα έφταιγαν οι ξένοι, οι δανειστές, οι προηγούμενοι, οι πρόθυμοι, τα ΜΜΕ, οι τράπεζες, οι «μένουμε Ευρώπη». Ένα σύνθετο πρόβλημα δημόσιου χρέους, παραγωγικής αδυναμίας και κρατικής ανεπάρκειας μετατράπηκε σε ηθικό μελόδραμα.

Και μετά ήρθε το ξύπνημα. Λίγες ημέρες μετά τον θρίαμβο του «Όχι», η κυβέρνηση οδηγήθηκε σε συμφωνία με τους πιστωτές και σε μέτρα που διεθνή ρεπορτάζ περιέγραψαν ως ουσιαστική υποχώρηση προς όρους κοντά σε αυτούς που είχαν απορριφθεί. Εκεί φάνηκε η διαφορά ανάμεσα στο σύνθημα και την εξουσία. Το σύνθημα μπορεί να υπόσχεται αξιοπρέπεια. Η εξουσία πρέπει να πληρώσει μισθούς, να ανοίξει τράπεζες, να κρατήσει τη χώρα στο νόμισμα, να αποφύγει την κατάρρευση.

Άρα το μάθημα δεν είναι ότι ο ελληνικός λαός του 2015 έγινε «ναζιστική μάζα». Αυτό θα ήταν χοντροκομμένο. Το μάθημα είναι σκληρότερο: κανένας λαός δεν έχει ανοσία στη δημαγωγία όταν έχει προηγηθεί ταπείνωση. Ούτε οι Γερμανοί του Μεσοπολέμου ήταν γεννημένοι εγκληματίες ούτε οι Έλληνες του 2015 ήταν παράλογοι από τη φύση τους. Ήταν κοινωνίες πληγωμένες, έτοιμες να πιστέψουν ότι κάποιος θα μετατρέψει την οργή τους σε λύτρωση.

Και εκεί μπαίνει η ευθύνη της ηγεσίας. Η κακή ηγεσία δεν λέει απλώς ψέματα. Παίρνει την πληγή ενός λαού και τη μετατρέπει σε πολιτικό όπλο. Η εγκληματική ηγεσία κάνει το επόμενο βήμα: δείχνει έναν εχθρό και ζητά εκδίκηση. Η δημοκρατία πεθαίνει όχι πάντα από τα τανκς. Μερικές φορές αρχίζει να σαπίζει από τα χειροκροτήματα μιας πλατείας που πιστεύει ότι πανηγυρίζει την ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα έχει παραδώσει τη σκέψη της σε κάποιον που ξέρει να σκηνοθετεί την οργή.

Ο σημερινός Τσίπρας επιστρέφει όχι ως ανανεωτής, αλλά ως σκηνοθέτης παλιών αντανακλαστικών. Η επιλογή του τίτλου ΕΛΑΣ – Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη για το νέο κόμμα του δεν είναι αθώα σημειολογία, είναι συνειδητή επίκληση μνήμης, σύγκρουσης και στρατοπέδου. Αντί να μιλήσει στη χώρα του 2026, ξαναμιλά στη φαντασιακή πλατεία του 2015: εμείς και οι άλλοι, λαός και εχθροί, λύτρωση και προδοσία. Η πρακτική είναι γνώριμη: πρώτα φορτίζει συναισθηματικά την κοινωνία, μετά απλοποιεί την πραγματικότητα και στο τέλος ζητά πολιτική νομιμοποίηση πάνω στην οργή. Παλιά συνταγή, νέο περιτύλιγμα.

Intelligence Report: Sign Up

×