Ο φασισμός δεν αρχίζει με στρατιωτικές μπότες αλλά με γελωτοποιούς – Ανάλυση 07/03

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η πρόσφατη μετωπική σύγκρουση μεταξύ του Λάκη Λαζόπουλου και του Άδωνι Γεωργιάδη, που οδήγησε σε μηνύσεις, αγωγές και προσφυγή στο ΕΣΡ, αποτελεί την κορύφωση μιας πολυετούς σχέσης «αμοιβαίας εχθρότητας». Η επίθεση του Λαζόπουλου μέσα από το «Αλ Τσαντίρι News» στο Mega, με αναφορές περί «9 εκατομμυρίων Ελλήνων που θα περιμένουν τους υπουργούς χωρίς τα ΜΑΤ», επαναφέρει το ερώτημα: Πού τελειώνει η σάτιρα και πού ξεκινά η επικοινωνιακή χειραγώγηση και ο τηλεοπτικός φασισμός; Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο τηλεοπτικής έντασης. Είναι ένα σύμπτωμα μιας παλιάς ελληνικής παθολογίας: της μετατροπής της πολιτικής κριτικής σε τελετουργία δημόσιου διασυρμού.

Η σάτιρα στην ιστορία της δημοκρατίας είχε πάντα έναν σαφή ρόλο: να αποδομεί την εξουσία. Από τον Αριστοφάνη μέχρι τα σύγχρονα πολιτικά σατιρικά προγράμματα, η σάτιρα λειτουργεί ως εργαλείο ελέγχου των ισχυρών. Όμως υπάρχει ένα λεπτό όριο. Όταν η σάτιρα εγκαταλείπει την κριτική και μετατρέπεται σε στοχοποίηση προσώπων, τότε παύει να είναι πολιτικός σχολιασμός και γίνεται μηχανισμός συναισθηματικής κινητοποίησης του πλήθους.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας τηλεοπτικός παρουσιαστής επιτίθεται σε έναν υπουργό. Αυτό είναι μέρος της δημοκρατικής αντιπαράθεσης. Το πρόβλημα είναι το ύφος της επίθεσης και το επικοινωνιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται. Όταν ένας παρουσιαστής μιλά από μια σκηνή με κοινό που χειροκροτεί, γελά και αγανακτεί ταυτόχρονα, η πολιτική μετατρέπεται σε συλλογική συναισθηματική εμπειρία. Το μήνυμα δεν λειτουργεί ως επιχείρημα, λειτουργεί ως συναίσθημα.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη αλλά και ο κίνδυνος της τηλεοπτικής σάτιρας. Η τηλεόραση δημιουργεί μια ιδιότυπη «πλειοψηφία της στιγμής». Ο παρουσιαστής εμφανίζεται σαν να εκφράζει την κοινή γνώμη, ενώ στην πραγματικότητα δημιουργεί μια σκηνική εκδοχή της.

Η ρητορική που παρουσιάζει έναν πολιτικό ως εχθρό του λαού και αφήνει να αιωρείται η ιδέα ότι θα «βρεθεί μόνος απέναντι σε εκατομμύρια πολίτες» δεν είναι απλώς υπερβολή της σάτιρας. Είναι μια μορφή πολιτικής δραματοποίησης που βασίζεται στην ένταση και την ηθική απαξίωση του αντιπάλου. Και η ιστορία έχει δείξει ότι όταν η πολιτική αρχίζει να μιλά με όρους ηθικής εξόντωσης, το αποτέλεσμα σπάνια είναι η νηφάλια δημοκρατική συζήτηση.

Ο μεγάλος σημειολόγος και διανοητής Umberto Eco είχε επισημάνει ότι ο φασισμός δεν εμφανίζεται μόνο ως πολιτικό καθεστώς. Μπορεί να εκδηλωθεί και ως πολιτισμική πρακτική. Στο περίφημο δοκίμιό του για τον «αιώνιο φασισμό», περιγράφει μια σειρά χαρακτηριστικών: την απλοποίηση της πραγματικότητας σε φίλους και εχθρούς, την επίκληση μιας αδιαμφισβήτητης «φωνής του λαού» και την ηθική απαξίωση του αντιπάλου.

Με αυτό το πρίσμα, η ειρωνεία γίνεται προφανής. Στον δημόσιο λόγο της εποχής μας πολλοί εμφανίζονται ως υπερασπιστές της δημοκρατίας χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα εργαλεία πολιτικής δαιμονοποίησης που θυμίζουν ακριβώς εκείνες τις πρακτικές που καταγγέλλουν.

Η Ελλάδα έχει γνωρίσει πολλές περιόδους έντονου πολιτικού πάθους. Όμως κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε θέαμα συλλογικής αγανάκτησης, το επίπεδο της δημοκρατίας υποχωρεί. Η πολιτική αντιπαράθεση χρειάζεται οξύτητα, αλλά χρειάζεται και όρια.

Η σάτιρα είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατία. Χωρίς αυτήν η εξουσία γίνεται αυτάρεσκη. Όταν όμως η σάτιρα υιοθετεί τη λογική του όχλου, παύει να ελέγχει την εξουσία και αρχίζει να μιμείται τις χειρότερες μορφές της.

Και τότε η τηλεόραση δεν λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας. Λειτουργεί ως επιταχυντής της πόλωσης κατ’ εντολή.

Intelligence Report: Sign Up

×