Εμπιστοσύνη ή σταθερότητα το διακύβευμα – Επισκόπηση Τύπου 27/01

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η τραγωδία στα Τρίκαλα δεν είναι απλώς ένα θλιβερό συμβάν στις παρυφές της παραγωγικής Ελλάδας, είναι ο καθρέφτης μιας χώρας που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό και στις παθογένειες ενός «βαθέος κράτους» που αρνείται να πεθάνει. Η έκρηξη στη «Βιολάντα» απογυμνώνει την αντίφαση μιας κοινωνίας πουπανηγυρίζει για τα «success stories», την ώρα που το μεροκάματο παραμένει μια άσκηση επιβίωσης σε συνθήκες δομικής ανασφάλειας.

Ο καταλύτης ενός ακόμα “ατυχήματος”

Το πένθος των εργαζομένων δεν έρχεται σε πολιτικό κενό. Έρχεται να κουμπώσει πάνω σε μια ήδη διαμορφωμένη συλλογική καχυποψία: μετά τα Τέμπη, μετά από μια μακρά περίοδο όπου η «ασφάλεια» αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως επικοινωνιακή λέξη παρά ως καθημερινή υποχρέωση. Όταν καίγονται άνθρωποι στο χώρο εργασίας τους, η κοινωνία δεν ρωτά απλώς «πώς έγινε». Ρωτά «ποιος όφειλε να το έχει αποτρέψει».

Αυτό είναι το σημείο καμπής. Διότι εδώ η πολιτική εξουσία δεν κρίνεται με βάση τις προθέσεις της, αλλά με βάση τη στοιχειώδη της επάρκεια. Και η επάρκεια, σε ώριμες κοινωνίες, δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις συμπάθειας ούτε με υποσχέσεις μελλοντικών ελέγχων. Αποδεικνύεται με πρόληψη. Ό,τι δεν προλήφθηκε, βαραίνει.

“Το βαθύ κράτος” δια πάσαν πολιτική νόσον

Αν αναλύσει κανείς το θεσμικό αποτύπωμα των ημερών, παρατηρεί μια κυβέρνηση που επιχειρεί να οχυρωθεί πίσω από μια διαχειριστική επάρκεια. Η εξαγγελία για «πόλεμο με το βαθύ κράτος» και οι 1.227 προσλήψεις στο Δημόσιο αποτελούν κλασικές κινήσεις ανασύνταξης. Όμως, η πολιτική δεν είναι μόνο αριθμοί και οργανογράμματα. Είναι κυρίως η ηθική της ευθύνης. Όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί απουσιάζουν και οι έξοδοι διαφυγής σφραγίζονται από την αμέλεια, το κράτος παύει να είναι εγγυητής και γίνεται παθητικός παρατηρητής μιας προαναγγελθείσας καταστροφής.

Η κυβέρνηση λοιπόν προσπαθεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της συζήτησης στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων, στην αξιολόγηση, στις γραπτές εξετάσεις, στην αναδιάταξη της διοίκησης. Θεμιτό. Απολύτως αναγκαίο. Όμως υπάρχει ένα λεπτό όριο: όταν το «βαθύ κράτος» χρησιμοποιείται ως γενική εξήγηση για κάθε θεσμική αποτυχία, τότε παύει να είναι εργαλείο αυτοκριτικής και γίνεται μηχανισμός μετάθεσης ευθυνών.

Διότι το ερώτημα που πλανάται δεν είναι αν χρειάζονται μεταρρυθμίσεις, αυτό το ξέρουν όλοι. Το ερώτημα είναι αν οι μεταρρυθμίσεις αυτές αλλάζουν πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων ή αν απλώς ανακυκλώνουν την αίσθηση ότι «κάτι κινείται», χωρίς να μετακινείται τίποτα ουσιαστικό. Η κοινωνία έχει μάθει πια να ξεχωρίζει το θεσμικό λεξιλόγιο από το θεσμικό αποτέλεσμα.

Επιστολική ψήφος και όριο 3% για είσοδο στη Βουλή

Στο φόντο αυτής της δυσπιστίας έρχεται και το ζήτημα της επιστολικής ψήφου. Ένα θέμα που, σε άλλη συγκυρία, θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αυτονόητος εκσυγχρονισμός. Σήμερα όμως λειτουργεί αλλιώς. Όχι επειδή είναι εξ ορισμού προβληματικό, αλλά επειδή έρχεται σε μια στιγμή όπου η εμπιστοσύνη στους κανόνες είναι ήδη ραγισμένη. Και όταν οι κανόνες αμφισβητούνται, κάθε αλλαγή, ακόμη και καλοπροαίρετη, γεννά υποψίες.

Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτισμικό. Η Ελλάδα του 2026 δεν πάσχει από έλλειψη νόμων, αλλά από έλλειμμα βεβαιότητας ότι οι νόμοι εφαρμόζονται ισότιμα. Όταν ο πολίτης νιώθει ότι στον χώρο εργασίας του μπορεί να σκοτωθεί «από αμέλεια», τότε δυσκολεύεται να πιστέψει ότι στην κάλπη όλα θα λειτουργήσουν άψογα, επειδή απλώς το λέει ένα υπουργείο.

Η δε συζήτηση για το όριο του 3% στην είσοδο στη Βουλή, που επανέρχεται στο προσκήνιο, προδίδει μια βαθύτερη αγωνία για την πολιτική σταθερότητα. Είναι η προσπάθεια του συστήματος να θωρακιστεί απέναντι στον κατακερματισμό, σε μια στιγμή που η κοινωνική βάση νιώθει αποκομμένη από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Το ζήτημα όμως δεν είναι αν θα μείνουν έξω τα μικρά κόμματα, αλλά αν θα μείνει μέσα στη συζήτηση ο πολίτης που αναζητά ασφάλεια, εργασιακή, κοινωνική και εθνική.

Η χώρα δεν βρίσκεται σε προεπαναστατική φάση

Σε αυτό το περιβάλλον, τα άκρα βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Όχι επειδή πείθουν με την ανάλυσή τους, αλλά επειδή συγχρονίζονται με το συναίσθημα της οργής. Η καταγγελτική υπερβολή δεν δημιουργεί τη δυσπιστία, την εκμεταλλεύεται. Τη βρίσκει έτοιμη. Και όσο το κέντρο αργεί να δώσει πειστικές απαντήσεις, τόσο το κενό γεμίζει με κραυγές.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι κάτι βαθύτερο: η σταδιακή μετατόπιση της πολιτικής συζήτησης από το «τι πρέπει να γίνει» στο «αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι θα γίνει». Αυτή η μετάβαση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προειδοποιητικό καμπανάκι για τη δημοκρατία. Διότι όταν η εμπιστοσύνη γίνεται το κεντρικό διακύβευμα, τότε καμία μεταρρύθμιση δεν αρκεί από μόνη της.

Η χώρα δεν βρίσκεται σε προεπαναστατική φάση, όπως θα ήθελαν ορισμένοι να πιστεύουν. Βρίσκεται όμως σε φάση χαμηλής θεσμικής ανοχής. Οι πολίτες αντέχουν λιγότερο τα λάθη, όχι γιατί έγιναν πιο αυστηροί, αλλά γιατί έγιναν πιο κουρασμένοι. Και η κόπωση είναι πάντα κακός σύμβουλος για τη δημοκρατία.

Εμπιστοσύνη ή σταθερότητα;

Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι υπαρξιακό για το πολιτικό σύστημα: μπορεί το κράτος να αποδείξει ότι προστατεύει πριν θρηνήσει; Μπορεί να πείσει ότι οι κανόνες δεν αλλάζουν για να εξυπηρετήσουν συγκυρίες, αλλά για να υπηρετήσουν την κοινωνία; Αν όχι, τότε η δυσπιστία δεν θα είναι απλώς στίγμα της ημέρας. Θα γίνει καθεστώς. Και τότε, καμία αφήγηση σταθερότητας δεν θα είναι αρκετή.

Αυτό που μας διαφεύγει στην τρέχουσα ανάλυση είναι η ποιότητα των θεσμών μας. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι «ψηφιακές διαθήκες» είναι ευπρόσδεκτα εργαλεία, αλλά παραμένουν κενά περιεχομένου αν δεν συνοδεύονται από μια πολιτική κουλτούρα που σέβεται την αξία της ανθρώπινης ζωής πάνω από την ταχύτητα της παραγωγής.

Τι προμηνύεται; Μια περίοδος οξείας πόλωσης όπου η κυβέρνηση θα πιέζεται να αποδείξει πως οι μεταρρυθμίσεις της έχουν πρόσημο κοινωνικό και όχι απλώς στατιστικό. Η τραγωδία των Τρικάλων δεν θα ξεχαστεί εύκολα, γιατί λειτουργεί ως το σύμβολο μιας ανάπτυξης που, αν δεν προσέξουμε, θα οικοδομηθεί πάνω σε ερείπια. Η πρόκληση πλέον δεν είναι η διατήρηση της εξουσίας, αλλά η ανάκτηση της εμπιστοσύνης σε ένα κράτος που οφείλει, επιτέλους, να λειτουργήσει.

Πολιτικό & παραπολιτικό report (27/01/2026)

Βήμα-βήμα Αξιολόγηση των Εφημερίδων

  • ΤΑ ΝΕΑ & ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Εστιάζουν στην τεχνική ανάλυση της τραγωδίας στα Τρίκαλα (διαρροή αερίου) και σε θεσμικές παρεμβάσεις. Η Καθημερινή αναδεικνύει το πολιτικό ζήτημα του ορίου εισόδου στη Βουλή (3%) και τον πόλεμο κατά του «βαθέος κράτους».
  • ΜΑΚΕΛΕΙΟ & ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ: Υιοθετούν επιθετική ρητορική, καταγγέλλοντας έλλειψη μέτρων πυρασφάλειας και εξόδων διαφυγής στο εργοστάσιο, ενώ συνδέουν το γεγονός με ευρύτερη κρατική αδιαφορία.
  • ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ & ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ: Προτάσσουν την κυβερνητική ατζέντα, όπως το ενιαίο μητρώο αναπηρικών επιδομάτων και τις 1.227 προσλήψεις στο Δημόσιο, παρουσιάζοντας την τραγωδία ως ένα «success story που κατέληξε σε τραγωδία».
  • KONTRA NEWS & Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ: Χρησιμοποιούν σκληρή γλώσσα («Μεροκάματο θανάτου», «Διαρκές έγκλημα»), στρέφοντας τα βέλη τους κατά της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και της ελλιπούς κρατικής εποπτείας.
  • ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΕΣΤΙΑ: Εστιάζουν σε εθνικά θέματα (Γερμανικές αποζημιώσεις, τουρκικές παραβιάσεις) και στην κοινωνική διάσταση της τραγωδίας, κάνοντας λόγο για «ηρωίδες μάνες» που χάθηκαν στη νυχτερινή βάρδια.
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ: Αναδεικνύει την ταξική διάσταση της έκρηξης, κατηγορώντας την κυβέρνηση για τη μετατροπή των χώρων εργασίας σε «κοιλάδες του θανάτου».
  • ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ: Επικεντρώνεται στις οικονομικές επιπτώσεις και στο ρευστό των εισηγμένων, διατηρώντας μια πιο τεχνοκρατική προσέγγιση.

Βήμα-βήμα Αξιολόγηση Θεματικών

1) Η «Βιολάντα» γίνεται πολιτικό γεγονός (όχι απλώς δυστύχημα)

Η ατζέντα της ημέρας «κλειδώνει» από την τραγωδία στα Τρίκαλα: πέντε νεκρές εργαζόμενες, ερωτήματα για αίτια, μέτρα ασφαλείας, έξοδο διαφυγής, πυρασφάλεια, ελέγχους και Επιθεώρηση Εργασίας. Το framing έχει δύο βασικές εκδοχές:

  • Κοινωνικό/εργασιακό κατηγορητήριο: Η ΕφΣυν σηκώνει τον πήχη λέγοντας ουσιαστικά «δεν είναι ατύχημα, είναι διαρκές έγκλημα», δένοντας το συμβάν με μετα-Τέμπη ευαισθησία, συνδικάτα και νέα εργατικά ατυχήματα.
  • Ρεπορτάζ αιτίων και επιχειρησιακή ανάγνωση: Ναυτεμπορική και Τα ΝΕΑ κινούνται στην «τεχνική» πλευρά (τι προκάλεσε την έκρηξη/πυρκαγιά, πραγματογνώμονες κ.λπ.).
  • Κραυγή/σοκ και προσωποποίηση ευθύνης: Κόντρα («μεροκάματο θανάτου») και Μανιφέστο («τελευταίο μεροκάματο») σπρώχνουν έντονα το συναίσθημα του πένθους.
  • Συνωμοσιολογική/καταγγελτική υπερφόρτιση: Μακελειό «δένει» την τραγωδία με γενικό κατηγορητήριο (έξοδοι/αντιπυρικά) και την εντάσσει σε συνολικό κλίμα οργής.

Sentiment που παράγεται στον αναγνώστη: πένθος, οργή, δυσπιστία. Το κοινό δεν μένει στο «τι συνέβη», πάει κατευθείαν στο «ποιος έπρεπε να έχει προλάβει».
Πιθανές συνέπειες: πίεση για ελέγχους/κυρώσεις, νέα αντιπαράθεση για εργασιακή ασφάλεια, και πολιτική φθορά αν φανεί «κρατική αδιαφορία».

2) «Βαθύ κράτος» και Δημόσιο: μεταρρύθμιση ή επικοινωνιακό rebranding;

Η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει πρωτοβουλία κινήσεων με θεσμικό πακέτο για το Δημόσιο. Η Καθημερινή το γράφει καθαρά θεσμικά: επιλογή προϊσταμένων με γραπτές εξετάσεις μέσω ΑΣΕΠ, κατάργηση συνέντευξης, οριζόντιες κρίσεις/ανά τριετία.

Ανάγνωση κινήτρου:

  • Στον «κεντρώο/θεσμικό» Τύπο είναι ατζέντα αποτελεσματικότητας (διοίκηση, αξιοκρατία).
  • Στον πιο πολωτικό Τύπο το «βαθύ κράτος» λειτουργεί σαν ασπίδα για να μη μονοπωλεί η τραγωδία/σκάνδαλα.

Sentiment: διχασμός. Ένα κοινό θέλει «σκούπισμα» στη διοίκηση, άλλο ακούει «βαθύ κράτος» και σκέφτεται «ωραία λόγια, μηδέν εφαρμογή».
Προμήνυμα: θα κριθεί στην εκτέλεση. Αν είναι απλώς αλλαγή διαδικασίας χωρίς αλλαγή συμπεριφορών, θα γυρίσει μπούμερανγκ.

3) Επιστολική ψήφος & απόδημοι: μεταρρύθμιση που γεννά καχυποψία

Εδώ φαίνεται καθαρά το πώς «σπάει» το μιντιακό σύστημα:

  • Ελεύθερος Τύπος: «επιστολική ψήφος και 3 έδρες για απόδημους», δένει το θέμα με «εθνική αναγκαιότητα/πολιτική σταθερότητα».
  • Απογευματινή: το εντάσσει σε ευρύτερο κυβερνητικό πακέτο (κυκλοφοριακό/Μαξίμου + αλλαγές για απόδημους).
  • Τα ΝΕΑ: επισημαίνουν «νέο σκηνικό καχυποψίας» για την ψήφο.
  • Μακελειό: το βαφτίζει εξαρχής «νέα μεγάλη απάτη», δηλαδή πριν καν δούμε τελικό πλαίσιο.

Sentiment: καχυποψία ως κεντρική αίσθηση. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι οι τεχνικές λεπτομέρειες, είναι η νομιμοποίηση της διαδικασίας.
Προμήνυμα: αν η κυβέρνηση δεν “δείξει” απλές, αδιάβλητες δικλίδες με τρόπο που να το καταλαβαίνει ο μέσος ψηφοφόρος, θα γίνει μόνιμο όπλο πόλωσης.

4) «Δεν αλλάζει το όριο του 3% για είσοδο στη Βουλή»

Η είδηση αποδίδεται απευθείας στον Πρωθυπουργό, από την εισήγησή του στο Υπουργικό Συμβούλιο, και επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια σε διαφορετικά μέσα.

Πού εμφανίζεται ξεκάθαρα:
  • Καθημερινή (σελ. 1 & 4): Εκτενές ρεπορτάζ με τίτλο «Ο πήχυς εισόδου στη Βουλή παραμένει στο 3%», με σαφή αναφορά ότι δεν εξετάζεται καμία αλλαγή στους “όρους του πολιτικού παιχνιδιού” ενόψει εκλογών.
  • Ελεύθερος Τύπος: Συνδέει το 3% με την επιστολική ψήφο και τις 3 έδρες αποδήμων, υπογραμμίζοντας ότι το όριο παραμένει αμετάβλητο.
  • Εστία: Το αναφέρει ρητά στο πολιτικό σχόλιο για την επιστολική ψήφο, σημειώνοντας ότι «στο 3% παραμένει το όριο για είσοδο κομμάτων στη Βουλή».
  • Kontra News: Παρά τον αντιπολιτευτικό τόνο, καταγράφει ως δεδομένο ότι «το όριο εισόδου στη Βουλή παραμένει κανονικά στο 3%».
  • Επαναλαμβάνεται και σε συνοπτικά αποδελτιωμένα clips (INTIME / κυβερνητικό ρεπορτάζ).
Τι σημαίνει πολιτικά (και γιατί μπαίνει τώρα)

Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Στα συνημμένα λειτουργεί ως:

  • Σήμα σταθερότητας προς το κέντρο και τις αγορές («δεν αλλάζουμε κανόνες»).
  • Μήνυμα προς μικρά κόμματα ότι δεν θα υπάρξει θεσμική “ανάσα” μέσω χαμηλότερου πήχη.
  • Απάντηση στα σενάρια για 5% που κυκλοφορούν παρασκηνιακά αλλά δεν υιοθετούνται.

Κρίσιμο: το 3% δεν ανοίγει ως δημόσια διαβούλευση. Αντιθέτως, «κλείνει» ρητορικά από τον Πρωθυπουργό για να μη γίνει μέτωπο αβεβαιότητας μαζί με: επιστολική ψήφο, έδρες αποδήμων, γενικότερη θεσμική δυσπιστία.

5) Οικονομία/αγορές: ο υποβόσκων φόβος του 2026

Η Ναυτεμπορική κρατά το μακροκάδρο: «ακροβατούν οι διεθνείς αγορές», ανησυχία/αναταράξεις, ενώ παράλληλα δίνει και ρεπορτάζ για τη Βιολάντα.

Ανάγνωση: όταν οι αγορές/τιμές τρίζουν, η «σταθερότητα» γίνεται πολιτικό νόμισμα. Αυτό εξηγεί γιατί σχεδόν κάθε φιλοκυβερνητικό/κεντρώο αφήγημα σήμερα κουμπώνει σε “order & stability”.

6) Διεθνές: ΗΠΑ-Ισραήλ και «ζάλη» από Τραμπ (ως backdrop)

Η Εστία σηκώνει γεωπολιτικά το θέμα «κρίσις στις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ» (Νετανιάχου, χειρισμοί Τραμπ κ.λπ.).
Παράλληλα, στα αποκόμματα εμφανίζεται ως γραμμή ότι η αβεβαιότητα γύρω από Τραμπ «φέρνει ζάλη στην Ε.Ε.» (πλαίσιο ρευστότητας).

Sentiment: ανασφάλεια και κόπωση από αλλεπάλληλες κρίσεις.
Προμήνυμα: εσωτερικά, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ανοχή σε πολιτικές “ασφάλειας/τάξης” και λιγότερη υπομονή για θεσμικές αστοχίες.

Συνδυαστική αξιολόγηση ανά εφημερίδα (κίνητρα/προθέσεις)
  • Καθημερινή: θεσμικό κάδρο + διαχειριστική λογική (να «δουλέψει» το κράτος).
  • Ναυτεμπορική: οικονομικό μακροκάδρο και επιχειρησιακό ρεπορτάζ (σκληρά δεδομένα, ρυθμοί αγοράς).
  • ΕφΣυν: κοινωνικό κατηγορητήριο – το δυστύχημα ως σύμπτωμα μοντέλου/αδιαφορίας.
  • Ελεύθερος Τύπος / Απογευματινή / Μανιφέστο: “σταθερότητα + κυβερνητική ατζέντα + καθημερινότητα”, με διαφορετική θερμοκρασία ύφους.
  • Τα ΝΕΑ: ερευνητικό «γιατί συνέβη» + καταγραφή καχυποψίας γύρω από θεσμούς/ψήφο.
  • Μακελειό (και αντίστοιχη «σκληρή» κατηγορία): επένδυση στην υποψία/οργή, λιγότερο στην τεκμηρίωση, περισσότερο στη συνολική απονομιμοποίηση.

Intelligence Report: Sign Up

×