Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Η πρόσφατη εξέλιξη της υπόθεσης των Τεμπών, με επίκεντρο τη μεταβολή της στάσης απέναντι στα πρόσωπα που ηγήθηκαν του δημόσιου θυμού, δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο πολιτικής ασυνέπειας. Είναι το κλασικό δράμα της «ηθικής Αριστεράς», η οποία, εγκλωβισμένη σε μια μεταφυσική αντίληψη της πολιτικής, σπεύδει να κατασκευάσει σύμβολα-τοτέμ για να καλύψει το δικό της στρατηγικό κενό.
Υπάρχει λοιπόν μια στιγμή στη δημόσια ζωή όπου το προσωπείο πέφτει όχι με θόρυβο, αλλά με αμηχανία. Όχι με σύγκρουση, αλλά με σιωπή. Η περίπτωση της Μαρία Καρυστιανού λειτούργησε ακριβώς έτσι: ως καθρέφτης. Και ό,τι φάνηκε μέσα του δεν ήταν η κυβέρνηση, ούτε το «σύστημα». Ήταν το αδιέξοδο της λεγόμενης «ηθικής Αριστεράς».
Στην αρχή, όλα κύλησαν προβλέψιμα. Ένα πρόσωπο πένθους, ένας λόγος αγανάκτησης, μια αυθεντική ρωγμή στο αφήγημα της κανονικότητας. Το πολιτισμικό ραντάρ της προοδευτικής δημόσιας σφαίρας λειτούργησε αυτόματα. Δηλώσεις, αναρτήσεις, συμβολικές αγκαλιές. Η «κοινωνία μιλά». Το μοτίβο γνωστό και ασφαλές.
Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν ο λόγος δεν έμεινε εκεί
Όταν δεν περιορίστηκε σε μια ηθική καταγγελία με σαφή στόχο και προβλέψιμη έξοδο. Όταν δεν ζήτησε κομματική στέγη. Όταν δεν μπήκε στο δίπολο «καλοί απέναντι στους κακούς». Όταν, με άλλα λόγια, δεν πειθάρχησε. Τότε η στήριξη μετατράπηκε σε απόσταση. Και η απόσταση σε αμήχανη αποδόμηση.
Εδώ αποκαλύπτεται το βαθύτερο πρόβλημα: η «ηθική Αριστερά» δεν έχει πρόβλημα με την οργή, έχει πρόβλημα με την αυτονομία της οργής. Αν δεν μπορεί να τη μεταφράσει, να τη διαχειριστεί ή να την εντάξει σε αφήγημα, την αντιμετωπίζει ως απειλή. Όχι πολιτική, υπαρξιακή.
Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι δομικό: όταν βαφτίζεις την πολιτική αντιπαράθεση ως «μάχη του καλού έναντι του κακού», αφαιρείς από τον δημόσιο διάλογο τη λογική και τη θεσμική εγκράτεια. Και όταν το «σύμβολο» αρχίζει να αποκτά αυτόνομη πολιτική βούληση ή να διολισθαίνει σε έναν λόγο που δεν υπηρετεί πλέον το αφήγημα της «προοδευτικής κάθαρσης», η ίδια η παράταξη που το αποθέωσε σπεύδει να το αδειάσει. Είναι η στιγμή που ο «μάρτυρας» γίνεται «βαρίδι».
Αυτό το αδιέξοδο δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα, αλλά μια ολόκληρη κουλτούρα «στρατευμένης» δημόσιας παρουσίας.
Η τυπολογία της μεταστροφής
- Οι Λυρικοί Καλλιτέχνες: Εκείνοι που χρησιμοποιούν τη σκηνή ως άμβωνα ηθικολογίας. Έσπευσαν να επενδύσουν τη δίκαιη οργή με την αύρα της «αντίστασης», αλλά αποσύρονται αθόρυβα όταν η υπόθεση περνά από το συναίσθημα στη σύνθετη νομική και πολιτική πραγματικότητα. Η σιωπή τους είναι η ομολογία ότι το ενδιαφέρον τους ήταν περισσότερο αισθητικό παρά ουσιαστικό.
- Οι Στρατευμένοι Δημοσιογράφοι (The Ideological Enforcers): Αυτοί που μετέτρεψαν το ρεπορτάζ σε αγιογραφία. Τώρα, με μια κυνική επιλεκτικότητα, «χαμηλώνουν την ένταση», αντιλαμβανόμενοι ότι η απόλυτη ταύτιση με μια πλευρά υπονομεύει την αξιοπιστία του συνολικού αντιπολιτευτικού αφηγήματος.
- Οι Τηλεοπτικοί Παρουσιαστές-Εισαγγελείς: Πρόσωπα που αναζητούσαν την τηλεθέαση μέσα από τον πόνο, παίζοντας τον ρόλο του «ψυχοθεραπευτή του έθνους» ή εναλλακτικά του «εθνικού τηλεοπτικού εισαγγελέα». Μόλις το κλίμα άρχισε να αλλάζει και οι εσωτερικές συγκρούσεις των θυμάτων έγιναν ορατές, μετατράπηκαν σε ουδέτερους παρατηρητές, νίπτοντας τας χείρας τους. Είναι οι ίδιοι αρχιερείς της παραπλάνησης που από την υπόθεση της Αμαλίας Γκινάκη και του Σορίν Ματέι της δεκαετίας του 1990, μέχρι τα βαγόνια με τα ξυλόλια και τα τρισδιάστατα καρτούν στο στούντιο, οικοδόμησαν με ύφος εισαγγελέα την αγιοποίηση της Καρυστιανού.
- Οι «Προοδευτικοί» Διανοούμενοι: Οι θεωρητικοί της «ηθικής υπεροχής» που έβλεπαν στα πρόσωπα-σύμβολα μια ευκαιρία για μια νέα 21ου αιώνα «λαϊκή εξέγερση». Σήμερα, αναλύουν με ψυχρότητα τα «λάθη τακτικής» των ίδιων των ανθρώπων που παρότρυναν να εκτεθούν.
Η ύβρις της εργαλειοποίησης
Το κοινό νήμα όλων αυτών δεν είναι η υποκρισία, είναι κάτι πιο βαθύ. Είναι η αδυναμία της σύγχρονης Αριστεράς να διαχειριστεί λόγο που δεν ελέγχει. Έχει μάθει να μιλά εξ ονόματος της κοινωνίας, όχι να την ακούει όταν δεν της μοιάζει. Έχει επενδύσει τόσο πολύ στο ηθικό πλεονέκτημα, που κάθε ανεξάρτητη ηθική φωνή μοιάζει ανταγωνιστική.
Έτσι, το ήθος γίνεται αξεσουάρ. Φοριέται εύκολα, αφαιρείται γρήγορα. Χρησιμεύει για καταγγελίες, όχι για ρήξεις. Και όταν εμφανιστεί κάτι που θυμίζει πραγματική ρήξη, η αντίδραση δεν είναι πολιτική, είναι άμυνα.
Αυτό είναι το αδιέξοδο της «ηθικής Αριστεράς»: δεν φοβάται την εξουσία, φοβάται την κοινωνία όταν αυτή δεν της ζητά καθοδήγηση. Και όσο συνεχίζει να αντιμετωπίζει την αυθεντική αγανάκτηση ως πρόβλημα προς διόρθωση, τόσο θα χάνει το μόνο κεφάλαιο που ισχυρίζεται ότι διαθέτει: την αξιοπιστία της.
Η τραγωδία της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι ότι συχνά αδυνατεί να κατανοήσει τη διαφορά μεταξύ ενσυναίσθησης και εργαλειοποίησης. Όταν ηθικοποιείς τα πάντα, καταλήγεις να μην πολιτικοποιείς τίποτα ουσιαστικά. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος «θυμού, απογοήτευσης,σιωπής», όπου τα θύματα μένουν διπλά εκτεθειμένα: μία φορά από την ίδια την τραγωδία και δεύτερη από την απόσυρση της προστασίας εκείνων που τα χρησιμοποίησαν ως πολιορκητικό κριό.
Η πραγματική δικαιοσύνη δεν χρειάζεται ούτε προστάτες-καλλιτέχνες, ούτε στρατευμένα μικρόφωνα. Χρειάζεται στιβαρούς θεσμούς και μια κοινωνία που δεν αναζητά μεσσίες, αλλά αλήθεια.
Αναλυση: Fools rush in, και μετά κάνουν πως δεν ήταν εκεί
Στην αρχή, όταν η Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε ως ηθικό σύμβολο, πένθος, οργή, θεσμική καταγγελία, αντι-εξουσιαστικός λόγος χωρίς κομματική σφραγίδα, έσπευσαν όλοι.
Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, τηλεοπτικά πρόσωπα, opinion leaders της Αριστεράς και της μετα-Αριστεράς, έκαναν αυτό που ξέρουν καλά: επένδυσαν συμβολικά.
Όχι γιατί είχαν διαβάσει προσεκτικά τι λέει.
Όχι γιατί είχαν καταλάβει πού το πάει.
Αλλά γιατί έδειχνε σωστό.
Και μετά;
Όταν ο λόγος της δεν έμεινε διακοσμητικός, όταν δεν «χώρεσε» στο αντι-Μητσοτακικό template, όταν δεν έγινε άνετο hashtag αλλά ρήγμα, άρχισε το άδειασμα. Σιωπηλό, πλάγιο, ειρωνικό, “θεσμικό”.
Οι καλλιτέχνες: από το like στην αμηχανία
Στο πρώτο κύμα στήριξης είδαμε γνωστά ονόματα του καλλιτεχνικού χώρου, κυρίως ανθρώπους με σταθερή παρουσία σε κινηματικές καμπάνιες, φεστιβάλ «αντίστασης», δημόσιες παρεμβάσεις υπέρ δικαιωμάτων.
- Δημόσιες αναρτήσεις συμπαράστασης
- Story με «μάνα που μιλά»
- Γενικόλογες αναφορές σε «δικαιοσύνη» και «σύστημα»
Όταν όμως ο λόγος της Καρυστιανού δεν έγινε κομματικό εργαλείο, αλλά αμφισβήτησε συνολικά το πολιτικό σύστημα, αυτοί οι ίδιοι:
- Σταμάτησαν να αναφέρονται
- Άρχισαν να μιλούν για «επικίνδυνες γενικεύσεις»
- Υπονόησαν «θεσμικό λαϊκισμό» χωρίς να πουν το όνομα
Το μοτίβο είναι κλασικό:
Στηρίζουμε το θύμα, όχι τον λόγο του όταν παύει να μας εξυπηρετεί.
Οι «στρατευμένοι» δημοσιογράφοι: στήριξη μέχρι να χαλάσει το κάδρο
Εδώ έχουμε το πιο ενδιαφέρον, και το πιο υποκριτικό, κομμάτι.
Δημοσιογράφοι και παρουσιαστές που:
- Έχτισαν καριέρα στο «αντι-σύστημα»
- Αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτική συνείδηση
- Κάνουν καθημερινά πολιτικό σχολιασμό με ηθικό πρόσημο
Στην αρχή:
- Φιλοξενούσαν το θέμα
- Μιλούσαν για «κραυγή κοινωνίας»
- Έβλεπαν «ρωγμή στο αφήγημα της κανονικότητας»
Όταν όμως η Καρυστιανού δεν ζήτησε κόμμα, δεν μπήκε σε ψηφοδέλτιο, δεν μίλησε τη γλώσσα τους, άρχισε το reset:
- «Δεν είναι πολιτικός λόγος»
- «Χρειάζεται θεσμική σοβαρότητα»
- «Δεν πρέπει να εργαλειοποιείται το πένθος» (από ανθρώπους που το έκαναν πρώτοι)
Εδώ ξεχωρίζουν οι λεγόμενοι δημοσιολόγοι: πρόσωπα που δεν κάνουν ρεπορτάζ, αλλά ερμηνεύουν την κοινωνία από καναπέ.
Αυτοί ήταν οι πρώτοι που:
- Μετέτρεψαν τη στήριξη σε «απόσταση»
- Έκαναν το «ναι αλλά»
- Άρχισαν να φοβούνται το κοινό τους
Τι πραγματικά τους τρόμαξε
Όχι η Καρυστιανού.
Αλλά αυτό:
- Δεν χωρούσε σε κομματικό αφήγημα
- Δεν ζητούσε καθοδήγηση
- Δεν αναπαρήγαγε τη διχοτομία Δεξιά–Αριστερά
- Αμφισβητούσε και αυτούς
Και αυτό, για μια Αριστερά που έχει μάθει να μιλά εξ ονόματος της κοινωνίας, είναι κόκκινο πανί.
Το συμπέρασμα (χωρίς ωραιοποίηση)
Η ιστορία αυτή δεν λέει κάτι κακό για την Καρυστιανού.
Λέει κάτι καταστροφικό για:
- Την καλλιτεχνική «στράτευση» ως lifestyle
- Τη δημοσιογραφία της ταυτότητας
- Την Αριστερά που αντέχει μόνο ελεγχόμενη αγανάκτηση
Στο fools rush in μπήκαν όλοι.
Όταν όμως είδαν ότι δεν κρατούν το τιμόνι, πήδηξαν έξω.
Intelligence Report: Sign Up







