Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό θυμίζει πλέον μια θεατρική σκηνή όπου οι πρωταγωνιστές ερμηνεύουν ρόλους σε διαφορετικά έργα, ενώ το κοινό παρακολουθεί από μια πλατεία που βυθίζεται στη σιωπή ή την οργή. Η σύνθεση των πρόσφατων παρεμβάσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού αναδεικνύει την τραγική δυσαρμονία μεταξύ θεσμικής διαχείρισης, πολιτικής επιβίωσης και υπαρξιακής κραυγής.
Μέσα σε αυτό το τρίγωνο της «σταθερότητας», της «δικαίωσης» και της «αναμονής», η απουσία του Νίκου Ανδρουλάκη από τον ουσιαστικό δημόσιο χώρο είναι εκκωφαντική. Το ΠΑΣΟΚ, αντί να λειτουργεί ως ο φυσικός υποδοχέας αυτής της διάχυτης κοινωνικής αγωνίας, παραμένει εγκλωβισμένο σε μια θεσμική εσωστρέφεια, αδυνατώντας να παραγάγει ένα αφήγημα που θα υπερβαίνει τη διεκπεραιωτική αντιπολίτευση. Η ανυπαρξία ενός στιβαρού κεντρώου λόγου που θα συνέθετε την ανάγκη για εκσυγχρονισμό με την απαίτηση για ηθική κάθαρση, αφήνει το πεδίο ελεύθερο στη σύγκρουση μεταξύ ενός παγωμένου τεχνοκρατισμού και μιας εκρηκτικής οργής.
Η πολιτική σκηνή ωστόσο δεν μετριέται μόνο με ποσοστά. Μετριέται με παρουσία. Με το ποιος μιλά, πότε μιλά και κυρίως γιατί μιλά. Αν διαβάσει κανείς συνδυαστικά τις τρείς παρεμβάσεις, σχηματίζεται μια καθαρή εικόνα: δεν έχουμε απλώς διαφορετικούς πολιτικούς ρόλους. Έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει «πολιτική» το 2026.
Στην κορυφή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Όχι επειδή εντυπωσιάζει, αλλά επειδή επιμένει. Η «κανονικότητα» που περιγράφεται δεν είναι σύνθημα, είναι μέθοδος. Ο πρωθυπουργός δεν επιχειρεί να συγκινήσει, ούτε να εξαγνιστεί. Επιλέγει τη φθορά της διαχείρισης αντί για την ένταση της σύγκρουσης. Κι αυτό, όσο κι αν εκνευρίζει ένα κομμάτι του δημόσιου ακροατηρίου, είναι στρατηγική επιλογή. Μιλά λίγο, προβλέψιμα, με όρους συνέχειας. Δεν ανεβάζει τον τόνο γιατί δεν θέλει να αλλάξει το πεδίο. Θέλει να το κλείσει. Η κανονικότητα, εδώ, λειτουργεί ως πολιτική άμυνα: όσο λιγότερη δραματοποίηση, τόσο λιγότερος χώρος για αποσταθεροποίηση.
Απέναντι, ή, πιο σωστά, στο πλάι, ο Αλέξης Τσίπρας. Η επιλογή του να ανφερεθεί στην άνοδο μιας «μαύρης» διαμαρτυρίας, δεν είναι τυχαία, ούτε αθώα. Είναι μια συνειδητή στροφή στον ηθικό λόγο ως υποκατάστατο πολιτικής πρότασης. Η ηθική κάθαρση παρουσιάζεται ως απάντηση στην ήττα, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ως αποφυγή της. Δεν μας λέει πώς κυβερνάς διαφορετικά, μας λέει γιατί οι άλλοι είναι χειρότεροι. Πρόκειται για έναν ιδιότυπο λαϊκισμό δεύτερης γενιάς: όχι κραυγαλέο, όχι αντισυστημικό με την παλιά έννοια, αλλά βαθιά συναισθηματικό. Ο Τσίπρας μιλά για ήθος γιατί δεν έχει ακόμη βρει αφήγημα εξουσίας. Και αυτό τον εγκλωβίζει σε έναν ρόλο σχολιαστή της Ιστορίας, όχι διαμορφωτή της.
Στο ενδιάμεσο, και με δυναμική που κανείς δεν είχε προβλέψει, η Μαρία Καρυστιανού. Εδώ το πολιτικό σύστημα αιφνιδιάζεται πραγματικά. Όχι γιατί η Καρυστιανού λέει κάτι καινούργιο, αλλά γιατί το λέει χωρίς φίλτρο. Δεν διεκδικεί εξουσία, διεκδικεί δικαίωση. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο είδος πολιτικού λόγου για ένα σύστημα που έχει μάθει να διαχειρίζεται αντιπάλους, όχι τραύματα. Η παρουσία της δεν είναι κομματική, είναι ηθική με την αρχική, αρχαιοελληνική έννοια: αφορά το ήθος της πόλης. Και γι’ αυτό αγγίζει κοινά που δεν διαβάζουν προγράμματα, αλλά αναγνωρίζουν αυθεντικότητα.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά καθαρό: ο Μητσοτάκης κυβερνά γιατί αντέχει, ο Τσίπρας μιλά γιατί ψάχνεται, η Καρυστιανού παρεμβαίνει γιατί δεν μπορεί να σωπάσει, και ο Ανδρουλάκης χάνεται γιατί δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να είναι. Η πολιτική, όμως, δεν συγχωρεί τη θολούρα. Σε μια εποχή όπου η κοινωνία ζητά είτε σταθερότητα είτε νόημα, η απουσία στρατηγικής ισοδυναμεί με αορατότητα.
Και η αορατότητα, σε προεκλογικό ορίζοντα, δεν είναι απλώς πρόβλημα. Είναι προμήνυμα.
Intelligence Report: Sign Up







