Τσίπρας-Καρυστιανού: Παράλληλοι κύκλοι ελπίδας, υπόσχεσης και…

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Στην ελληνική πολιτική σκηνή των τελευταίων δύο δεκαετιών, δύο «φαινόμενα» έχουν τραβήξει την προσοχή της κοινωνίας με τρόπο που αξίζει να συγκριθεί: η άνοδος και η πτώση του Αλέξη Τσίπρα και το αναδυόμενο, αλλά ρευστό, πολιτικό φαινόμενο γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού. Αν και πρόκειται για διαφορετικής φύσης καταστάσεις, η δυναμική που ενεργοποιούν στην κοινωνία έχει κοινά μοτίβα: την ανάδειξη μέσα από κρίση, την εκμετάλλευση κοινωνικών προσδοκιών και, τελικά, τον κίνδυνο απογοήτευσης όταν οι προσδοκίες συγκρούονται με τους θεσμούς.

Από την επανάσταση στην απογοήτευση: η πορεία Τσίπρα

Η ιστορία του Αλέξη Τσίπρα είναι γνωστή και έχει γραφτεί πολλές φορές: από ηγετική φυσιογνωμία της ριζοσπαστικής αριστεράς σε πρωθυπουργό που επεχείρησε, και τελικά δεν κατέφερε, να «σπάσει» τα μνημόνια και την τρόικα. Η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και η εκλογή του Τσίπρα σε ηλικία 40 ετών ως πιο νέος πρωθυπουργός στην ελληνική ιστορία συνδέθηκε με μια εκρηκτική κοινωνική απαίτηση για αλλαγή και ανατροπή του κατεστημένου.

Ωστόσο, αυτή η άνοδος μετατράπηκε σύντομα σε κρίση εμπιστοσύνης: μετά το δημοψήφισμα του 2015 όπου υπήρξε συντριπτικό «όχι» στα μέτρα λιτότητας, η κυβέρνηση Τσίπρα υπέγραψε νέο μνημόνιο και επέλεξε να παραμείνει στην ευρωζώνη υπό συχνά επώδυνους όρους. Η ρητορική αλλαγή, από ρήξη με τους δανειστές σε διαχείριση των όρων, απογοήτευσε μεγάλο τμήμα της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και της κοινωνίας που περίμενε μια καθαρή νίκη ενάντια στη λιτότητα και την «εξάρτηση» από τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις.

Η πολιτική «ενσωμάτωση» σε θεσμικά μονοπάτια, που σε άλλες συνθήκες θα αποτελούσε ένδειξη ώριμης ηγεσίας, εδώ εκλαμβάνθηκε ως προδοσία των αρχικών υποσχέσεων. Το καυτό κοινωνικό αίτημα για δικαιοσύνη, ευημερία και ουσιαστική αλλαγή μετατράπηκε σε πολιτική πραγματικότητα συμβιβασμού, με επακόλουθο την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2019 και την αποχώρηση Τσίπρα από την ηγεσία μετά τις εκλογικές απώλειες του 2023.

Το «Φαινόμενο Καρυστιανού»: από πένθος σε πολιτική δυναμική

Αντίστοιχα, το «φαινόμενο Καρυστιανού» δεν είναι απλά ένα φολκλορικό κίνημα, αλλά μια κοινωνική απάντηση σε βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε στη δημόσια σφαίρα ως πρόεδρος του Συλλόγου «Τέμπη 2023» μετά την τραγωδία του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, η οποία συγκλόνισε τη χώρα.

Αυτό που ξεκινά ως αίτημα δικαιοσύνης και αναζήτησης ευθυνών μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτική «δύναμη» που μπορεί να εκφραστεί ακόμη και μέσω κινητοποιήσεων ή, υπό προϋποθέσεις, μέσω ενός ευρύτερου κινήματος πολιτών ή πολιτικού φορέα. Η ρητορική και η κινητοποίηση γύρω από το όνομά της άρχισαν να αποκτούν ευρύτερα πολιτικά χαρακτηριστικά, με ορισμένες δημοσκοπήσεις να την τοποθετούν σε εντυπωσιακά (αν και όχι σταθερά) επίπεδα δημοφιλίας για πολιτική κάθοδο.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του φαινομένου δεν είναι ένα καθαρό ιδεολογικό πρόγραμμα, αλλά η έκφραση ενός συνολικού εκνευρισμού και απογοήτευσης από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, κάτι που η ίδια η Καρυστιανού τουλάχιστον δηλώνει ότι δεν θέλει να μετατραπεί σε ένα τυπικό κόμμα. Όμως, όπως δείχνουν οι κινήσεις και οι δηλώσεις της, η πολιτική διάσταση είναι πλέον παρούσα.

Κοινές γραμμές: κρίση εμπιστοσύνης και εκμετάλλευση ελπίδας

Και στις δύο περιπτώσεις διακρίνουμε μια δυναμική που ξεκινά από το κοινωνικό τραύμα ή την κοινωνική απαίτηση για αλλαγή, μετασχηματίζεται σε πολιτική δύναμη και, τελικά, συγκρούεται με τις δομές της πολιτικής πραγματικότητας:

  • Στην περίπτωση Τσίπρα, η ελπίδα για ουσιαστική αλλαγή συγκρούστηκε με τις οικονομικές και θεσμικές δυνάμεις της Ευρωζώνης, τις εσωτερικές αντιφάσεις του κόμματος και τις απαιτήσεις του κράτους. Η αποτυχία να εκπληρωθούν πλήρως οι ελπίδες οδήγησε σε διάψευση και απώλεια εμπιστοσύνης.
  • Στην περίπτωση Καρυστιανού, η κινητοποίηση γύρω από ένα κοινό τραύμα και μια συλλογική απαίτηση δικαιοσύνης κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε μια προσωπική, «ενστικτώδη» πολιτική αντίδραση χωρίς βάθος στρατηγικού σχεδιασμού, πράγμα που θα μπορούσε να δώσει πάγιο πολιτικό χώρο στα παλιά κόμματα ή, αντιθέτως, να διαψεύσει την ίδια την δυναμική της.

Στην πολιτική, όπως και στη δημοσιογραφία που παρακολουθεί την κοινωνία, η «ελπίδα» είναι μονίμως αυτό που κινητοποιεί, αλλά όταν μετατρέπεται σε «υπόσχεση» χωρίς σαφή διέξοδο, καταλήγει σε απογοήτευση. Το στοίχημα για κάθε νέο πολιτικό φορέα ή ηγεσία είναι να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε συνεκτικό πρόγραμμα και ρεαλιστικό σχέδιο δράσης, αλλιώς η δυναμική του θα «εξανεμιστεί» όπως συνέβη με τον Τσίπρα.

Intelligence Report: Sign Up

×