Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Υπάρχει μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή στον ελληνικό λαϊκισμό: πάρε ένα υπαρκτό τραύμα, φούσκωσέ το με προφητείες καταστροφής, βάφτισέ το «τελευταία προειδοποίηση» και άσε την κοινωνία να κάνει τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζεται σχέδιο, ούτε ευθύνη. Αρκεί ο φόβος. Αυτό που βλέπουμε ξανά, με αφορμή τις δηλώσεις Καρυστιανού και τη δημόσια κινδυνολογία που επανέρχεται σαν κακό sequel, δεν είναι ευαισθησία. Είναι πολιτική μέθοδος.
Η δήλωση της δεν μιλά απλώς για δικαιοσύνη ή μνήμη. Μιλά για «αέρα», για απειλή που πλανάται, για ένα κράτος έτοιμο να καταρρεύσει αν δεν γίνει αυτό που υπονοείται,όχι αυτό που τεκμηριώνεται. Το πρόβλημα δεν είναι το συναίσθημα. Είναι η μετατροπή του σε πολιτικό όπλο χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες. Εκεί αρχίζει ο λαϊκισμός της κινδυνολογίας.
Τον έχουμε ξαναδεί αυτόν τον δρόμο. Τον περπατήσαμε ολόκληρο την περίοδο 2010-2019. Τότε που η Ελλάδα παραλίγο να βρεθεί εκτός Ευρώπης, όχι επειδή «μας πολεμούσαν», αλλά επειδή κυβερνήθηκε από ανθρώπους που πίστεψαν, ή προσποιήθηκαν ότι πίστεψαν, πως ο φόβος μπορεί να αντικαταστήσει τη διακυβέρνηση. Ότι το «ή εμείς ή το χάος» είναι πολιτική πρόταση. Ότι η κραυγή είναι στρατηγική.
Τι απέδειξε εκείνη η διακυβέρνηση των λαϊκιστών; Πρώτον, ότι η κινδυνολογία δεν προστατεύει τους αδύναμους, τους χρησιμοποιεί. Δεύτερον, ότι όταν λες συνεχώς «έρχεται η καταστροφή», κάποια στιγμή παύεις να ακούς πότε πραγματικά έρχεται. Και τρίτον, το πιο κρίσιμο, ότι η χώρα δεν κινδύνευσε περισσότερο από «τους άλλους», αλλά από τον ίδιο της τον εαυτό, όταν μπέρδεψε την αγανάκτηση με την πολιτική.
Στα Τέμπη υπήρξε τραγωδία. Υπήρξε αποτυχία κράτους. Υπήρξαν ευθύνες διαχρονικές. Αυτά δεν αμφισβητούνται. Εκεί που αρχίζει η ολίσθηση είναι όταν το πένθος μετατρέπεται σε διαρκή κατάσταση εξαίρεσης, όταν η κοινωνία καλείται να ζει μόνιμα «στον αέρα». Γιατί τότε δεν ζητάς λογοδοσία. Ζητάς πίστη. Και η πίστη είναι επικίνδυνο πράγμα στην πολιτική.
Η κινδυνολογία έχει ένα ύπουλο πλεονέκτημα: δεν διαψεύδεται εύκολα. Αν δεν συμβεί η καταστροφή, μπορείς πάντα να πεις ότι «την αποτρέψαμε». Αν συμβεί, δικαιώνεσαι εκ των υστέρων. Είναι win–win για όποιον τη χρησιμοποιεί. Lose–lose για τη δημοκρατία. Γιατί ακυρώνει τον χρόνο της πολιτικής, τον χρόνο της απόδειξης, τον χρόνο της θεσμικής δουλειάς.
Ας το πούμε καθαρά: η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους προφήτες. Χρειάζεται λιγότερους σωτήρες και περισσότερους λογαριασμούς. Χρειάζεται έλεγχο, όχι υπαινιγμούς. Στοιχεία, όχι ατμόσφαιρα. Δικαιοσύνη που να λειτουργεί χωρίς τηλεοπτικό countdown. Όταν η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε διαρκές «προσέξτε, κάτι έρχεται», τότε αυτό που τελικά έρχεται είναι η κόπωση, ο κυνισμός και στο βάθος, η απαξίωση των ίδιων των αιτημάτων.
Η εμπειρία της κρίσης μας έμαθε κάτι πολύ απλό και πολύ σκληρό: ο λαϊκισμός δεν πέφτει έξω επειδή λέει ψέματα. Πέφτει έξω επειδή λέει μισές αλήθειες με ολόκληρο στόμα. Και η κινδυνολογία είναι το πιο εύπεπτο είδος μισής αλήθειας. Σε κάνει να νιώθεις «ξύπνιος», ενώ στην πραγματικότητα σε κρατά παγωμένο.
Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τα θύματα, αν θέλουμε να διορθώσουμε το κράτος, αν θέλουμε να μην ξαναζήσουμε Τέμπη, ούτε πραγματικά, ούτε οικονομικά, ούτε θεσμικά, τότε πρέπει να κόψουμε τον εθισμό μας στο δράμα. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με adrenaline spikes. Λειτουργεί με αντοχή, ακρίβεια και ψυχραιμία. Όλα όσα η κινδυνολογία υπονομεύει.
Και κάτι τελευταίο, χωρίς περιστροφές: κάθε φορά που ακούμε ότι «η χώρα κινδυνεύει», ας θυμόμαστε ποιοι την οδήγησαν πράγματι στο χείλος. Όχι οι τεχνοκράτες, όχι οι βαρετές μεταρρυθμίσεις, όχι η ευρωπαϊκή κανονικότητα. Αλλά εκείνοι που μπέρδεψαν την πολιτική με την κραυγή και τη διακυβέρνηση με το live update του φόβου.
Δεν χρειαζόμαστε άλλη μία προειδοποίηση «στον αέρα». Χρειαζόμαστε γείωση. Τώρα.
Intelligence Report: Sign Up







