Διχασμός (και) για τον Καποδίστρια: Μια ταινία, δύο Ελλάδες 28/12

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η κόντρα γύρω από την ταινία Καποδίστριας του Σμαραγδή, δεν είναι ούτε υπερβολή των social media ούτε παρεξήγηση περί τέχνης. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο ελληνικό και, κυρίως, πιο πολιτικό απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Δεν μιλάμε για μια ταινία που δίχασε. Μιλάμε για μια κοινωνία που χρησιμοποιεί την ταινία για να ξαναδιχαστεί.

Το έργο του Σμαραγδή λειτούργησε σαν σπίθα, όχι επειδή όλοι είδαν την ίδια ταινία και διαφώνησαν, αλλά επειδή όλοι είδαν αυτό που ήθελαν να δουν. Άλλοι είδαν έναν εθνικό μύθο που έπρεπε επιτέλους να ειπωθεί. Άλλοι είδαν αγιογραφία, παρηγοριά, ιδεολογικό νανούρισμα. Άλλοι είδαν δημόσιο χρήμα και κρατική σφραγίδα. Άλλοι είδαν ευκαιρία πολιτικής ιδιοκτησίας συμβόλων. Και κάπως έτσι, το φιλμ έπαψε να είναι πολιτιστικό προϊόν και έγινε πολιτικό αντικείμενο.

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν η ταινία είναι καλή ή κακή. Το κρίσιμο είναι ότι λειτούργησε σαν τεστ αντοχής της ελληνικής δημόσιας σφαίρας. Και το τεστ δείχνει ότι είμαστε ξανά σε φάση χαμηλής αντοχής. Πολιτικά, κοινωνικά, ψυχικά.

Η Ελλάδα μπαίνει σε μια περίοδο σωρευμένης κόπωσης: ακρίβεια που δεν λέει να υποχωρήσει, θεσμικά τραύματα που δεν κλείνουν (Τέμπη), κοινωνικές ομάδες σε μόνιμη ένταση (αγρότες), πολιτική που μιλά όλο και περισσότερο με όρους διαχείρισης και όλο και λιγότερο με όρους νοήματος. Σε τέτοιες περιόδους, η κοινωνία δεν ψάχνει λύσεις. Ψάχνει σύμβολα. Και τα σύμβολα στην Ελλάδα δεν είναι ποτέ ουδέτερα.

Ο Καποδίστριας είναι από τα πιο “επικίνδυνα” σύμβολα. Δεν είναι απλώς ιστορικό πρόσωπο. Είναι πάνω του κολλημένες όλες οι ελληνικές αντιφάσεις: εκσυγχρονισμός και αυταρχισμός, εθνική σωτηρία και ξένο βλέμμα, θυσία και δολοφονία. Είναι ο πρώτος μας κυβερνήτης και ταυτόχρονα το πρώτο μας πολιτικό τραύμα. Όταν αγγίζεις τέτοια σύμβολα, δεν ανοίγεις συζήτηση. Ανοίγεις ρήγματα.

Η κόντρα που ξέσπασε, και ειδικά το κομμάτι της χρηματοδότησης, δεν αφορά πραγματικά τα λεφτά. Τα λεφτά είναι το πρόσχημα. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: ποιος έχει δικαίωμα να αφηγείται την Ελλάδα; Ποιος αποφασίζει ποια εκδοχή της Ιστορίας είναι “θεμιτή”, “εθνικά χρήσιμη”, “άξια κρατικής στήριξης”; Εκεί ακριβώς μετατρέπεται ο πολιτισμός σε πολιτική μάχη.

Και εδώ μπαίνει το βαθύτερο πολιτικό υπόστρωμα: η σύγκρουση δεν είναι Δεξιά-Αριστερά με τον παλιό τρόπο. Είναι μια σύγκρουση νοηματοδότησης. Από τη μία, η ανάγκη για εθνική παρηγοριά, για έναν “καθαρό” ήρωα σε μια εποχή σύγχυσης. Από την άλλη, ο φόβος ότι αυτή η παρηγοριά λειτουργεί σαν αναισθητικό: σε κάνει να νιώθεις καλά χωρίς να αλλάζει τίποτα.

Η ελληνική κουλτούρα έχει ένα ιδιόμορφο γονίδιο διχασμού. Όχι επειδή “έτσι είμαστε”, αλλά επειδή ιστορικά μάθαμε να ζούμε μέσα σε ασυνέχειες: κράτος που δεν πρόλαβε να γίνει κράτος, κοινωνία που δεν εμπιστεύτηκε ποτέ πλήρως τους θεσμούς της, πολιτική που συχνά λειτουργεί ως πεδίο ταυτοτήτων και όχι λύσεων. Σε τέτοιες συνθήκες, ο διχασμός δεν χρειάζεται οργάνωση. Λειτουργεί αυτοματοποιημένα.

Γι’ αυτό και η υπόθεση Καποδίστρια πήρε τόσο εύκολα φωτιά. Δεν χρειάστηκαν κομματικά επιτελεία. Δεν χρειάστηκαν κεντρικές γραμμές. Αρκούσε το περιβάλλον: μια κοινωνία φορτισμένη, μια πολιτική σκηνή αμήχανη, και ένα σύμβολο αρκετά δυνατό για να λειτουργήσει ως καθρέφτης.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η ένταση. Είναι η ευκολία με την οποία όλοι πήραν θέση χωρίς να ακούν τον άλλον. Ο ένας μίλησε για “εθνικό χρέος”, ο άλλος για “προπαγάνδα”. Κανείς σχεδόν δεν μίλησε για το πώς η Ιστορία μπορεί να αφηγηθεί χωρίς να γίνει όπλο. Και αυτό δείχνει κάτι για την πολιτική φάση που διανύουμε: δεν έχουμε διάθεση σύνθεσης. Έχουμε ανάγκη συσπείρωσης.

Αυτό είναι και το πολιτικό μήνυμα της κόντρας. Όχι ότι θα ξαναζήσουμε εμφύλιους ή μεγάλες ρήξεις. Αλλά ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο όπου τα σύμβολα θα αντικαθιστούν την πολιτική, η Ιστορία θα χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο στρατηγικής και ο πολιτισμός θα γίνεται όλο και συχνότερα πεδίο proxy πολέμων.

Ο Καποδίστριας, τελικά, δεν μας δίχασε. Μας θύμισε πόσο έτοιμοι είμαστε να διχαστούμε όταν το παρόν δεν μας πείθει. Και αυτό είναι πάντα καμπανάκι. Όχι για το σινεμά. Για την πολιτική.

1) Βήμα-βήμα: τι βρίσκουμε (ανά μέσο)

Η ταινία έχει ήδη προκαλέσει πολωμένες αναγνώσεις στον δημόσιο λόγο: από τη μία προβάλλεται ως εθνικό-βιογραφικό “μεγάλο αφήγημα”, από την άλλη δέχεται κριτική ότι γέρνει σε αγιογραφική/μεσσιανική αποτύπωση του προσώπου (π.χ. σχόλια για «αγιοποίηση», οράματα κ.λπ.). Το ίδιο το promo/παραγωγικό περιβάλλον (premiere, διανομή, συμπαραγωγές/τηλεοπτική συνέχεια) δείχνει ότι το project «στήθηκε» ως πολιτιστικό γεγονός ευρείας εμβέλειας, όχι μικρή arthouse ταινία.

Συμπέρασμα για το έργο:
Ο Σμαραγδής δεν κάνει “ουδέτερο” ιστορικό σινεμά. Κάνει σινεμά-δήλωση ταυτότητας. Αυτό από μόνο του είναι πολιτικό, ακόμη κι αν δεν το βαφτίζεις “πολιτική”.

Οι πολιτικές αντιδράσεις: από πού άναψε η σπίθα

Η πιο καθαρή πολιτική εστία που τεκμηριώνεται δημοσίως είναι ότι υπήρξε κοινοβουλευτική κίνηση/ερώτηση (από το κόμμα «Νίκη») προς την υπουργό Πολιτισμού σχετικά με τη χρηματοδότηση της ταινίας, που προκάλεσε οργισμένη αντίδραση/επιστολή του Σμαραγδή (“μακριά η μικροπολιτική από την αγαθή τέχνη”).

Αυτό είναι το κλασικό μοτίβο:

  • όταν το έργο ακουμπά «έθνος-πίστη-ιστορία»,
  • και όταν μπαίνει στο τραπέζι το δημόσιο χρήμα ή η κρατική σφραγίδα (έγκριση/στήριξη),
    τότε ο πολιτισμός γίνεται μέτωπο.
Συνδυαστική αξιολόγηση

Η ταινία δεν αντιμετωπίζεται ως κινηματογραφικό προϊόν αλλά ως σημείο πνευματικής/ηθικής καμπής (“εσχάτοι καιροί”, “να μαζευτούμε”, “θα φέρει αλλαγές”). Κίνητρο/πρόθεση: εργαλειοποίηση του έργου ως “απόδειξη” ότι το έθνος χρειάζεται επιστροφή σε αξίες/τάξη/πίστη. Πολιτικό μήνυμα ντυμένο με θρησκευτική γλώσσα.

Τι μας διαφεύγει. Τι προμηνύεται

Τι διαφεύγει: ότι αυτό το επεισόδιο είναι πρόβα τζενεράλε για το 2026: η πολιτική θα σηκώσει κι άλλο “ιστορικά σύμβολα” (1821-style) για να κρύψει αδυναμίες στο παρόν.

Τι προμηνύεται: περισσότερες συγκρούσεις τύπου “πολιτισμός-ταυτότητα-κράτος” μέσα στη χρονιά, ειδικά όσο πλησιάζουν εκλογικοί κύκλοι. Η ταινία γίνεται όχημα στρατοπέδων, όχι απλώς θέμα κριτικής.

Το Βήμα: “εθνικό αφήγημα” με δόση αγιοποίησης

Το Βήμα κινείται στην περιοχή του cultural event και της μεγάλης αφήγησης: συνέντευξη/παρουσίαση όπου ο ίδιος ο Σμαραγδής μιλά για τον Καποδίστρια με όρους σχεδόν ιεροποιητικούς (“άγιος της Ρωμιοσύνης” κ.λπ.).
Τι κάνει πολιτικά: κανονικοποιεί την ταινία ως “εθνικό γεγονός” (άρα μειώνει την πιθανότητα να φανεί ως ιδεολογικός καβγάς) και την εντάσσει σε αφήγημα ταυτότητας.

Καθημερινή: δύο ταχύτητες (συνέντευξη + κριτική)

Η Καθημερινή έχει διπλό framing:

  • Συνέντευξη “Οι ταινίες μάς επιλέγουν”: έρευνα 8ετίας, παραγωγική διαδρομή, ανθρώπινη πλευρά του δημιουργού.
  • Κριτική/αποτίμηση ταινιών εβδομάδας με βαθμολογία (★½) και περιγραφή πλοκής/ύφους.

Τι κάνει πολιτικά: κρατά το θέμα σε πεδίο “σινεμά με ιστορία” (όχι “κομματική φωτιά”), αλλά δεν το χαϊδεύει: αφήνει να φανεί ότι ως ταινία δεν είναι αδιαμφισβήτητη.

Documento: επίθεση στο αφήγημα, όχι μόνο στο φιλμ

Το Documento έχει καθαρά πολεμικό framing: τοποθετεί την ταινία στο σωστό (για το Documento) πεδίο, κριτική στον τρόπο που ο Σμαραγδής κατασκευάζει ήρωες/σύμβολα.

Τι κάνει πολιτικά: δεν κρίνει απλώς αισθητική, κρίνει “τι πολιτική δουλειά κάνει αυτή η ταινία στην κοινωνία”.

ΕΦΣΥΝ: κριτική κινηματογράφου ως πολιτισμική αντιπαράθεση

Η ΕΦΣΥΝ βγάζει κριτική τύπου “αδικεί τον Καποδίστρια” και παράλληλο κομμάτι που τον αποκαλεί (με πολιτισμική αιχμή) “αγιογράφο του ελληνικού σινεμά”. Efsyn.gr+1
Τι κάνει πολιτικά: χτυπά την αγιογραφία ως αισθητικό-ιδεολογικό εργαλείο. Είναι “culture war” σε μορφή κριτικής.

Πρώτο Θέμα: mainstream event + “μεταφυσικό” spice

Το Πρώτο Θέμα παίζει το έργο ως μεγάλο πολιτιστικό προϊόν/είδηση, με αφηγηματικά στοιχεία τύπου “κάποιος την οδηγεί” (σχεδόν μεταφυσικό framing) και έμφαση σε παραγωγικές δυσκολίες/χρηματοδότηση/ομογένεια.
Τι κάνει πολιτικά: το κάνει λαϊκό γεγονός και το “θωρακίζει” με συγκίνηση/εθνική υπερηφάνεια, ώστε η κριτική να φαίνεται “μίζερη” ή “αντιπατριωτική”.

Ναυτεμπορική: “εθνικού σκοπού” παραγωγή + θεσμικό ενδιαφέρον χρηματοδότησης

Η Ναυτεμπορική έχει σειρά κομματιών που παρουσιάζουν την ταινία ως μεγάλο πολιτιστικό project (πρεμιέρες, βραβεύσεις, “αληθινή ιστορία” κ.λπ.) και ειδικά σε παλιότερο ρεπορτάζ μιλά για πάγωμα γυρισμάτων και αναφορά σε χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ που “δεν υλοποιήθηκε”, με κύμα συμπαράστασης.
Τι κάνει πολιτικά: τοποθετεί το θέμα στο τρίγωνο “πολιτιστική βιομηχανία-χρηματοδότηση-διαχείριση έργων”. Εδώ ο καβγάς για λεφτά/στήριξη δεν είναι κουτσομπολιό, είναι είδηση.

2) Το πολιτικό “φιτίλι” της κόντρας: δημόσιο χρήμα + ιδιοκτησία συμβόλων

Η πιο καθαρή θεσμική σπίθα που τεκμηριώνεται online είναι η επίκαιρη ερώτηση βουλευτή της ΝΙΚΗΣ για τη χρηματοδότηση της ταινίας προς την υπουργό Πολιτισμού, και η έντονη επιστολή/αντίδραση Σμαραγδή.

Αυτό είναι το σημείο που μια ταινία μετατρέπεται σε πολιτικό μέτωπο:

  • όταν μπαίνει το “ποιος πλήρωσε/ποιος ενέκρινε/ποιος σφράγισε”,
  • και όταν ένα κόμμα επιχειρεί να πάρει πρωτοβουλία ηθικής νομιμοποίησης πάνω σε εθνικά σύμβολα.

3) Τι σηματοδοτεί η κόντρα που ξέσπασε

Η κόντρα σηματοδοτεί ότι μπαίνουμε σε culture war ελληνικής κοπής, όπου τα πεδία μάχης δεν είναι μόνο τα “δικαιώματα”, αλλά και η Ιστορία ως πολιτικό όπλο.

Και ειδικά εδώ έχει τρεις αναγνώσεις-βόμβες:

  1. Δημόσιο χρήμα = έλεγχος αφήγησης. Όποιος ρωτά για χρηματοδότηση δεν ρωτά μόνο για λογιστική, ρωτά “ποιος αποφασίζει τι Ελλάδα αφηγούμαστε”.
  2. Ανταγωνισμός δεξιάς ταυτότητας. Η ΝΙΚΗ δοκιμάζει να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας “εθνικού/ορθόδοξου” περιεχομένου (και να πιέσει την κυβέρνηση στο πεδίο των συμβόλων).
  3. Η αγιογραφία ως πολιτικό καταφύγιο. Σε εποχές ακρίβειας/κρίσεων, ο “άγιος ηγέτης” είναι παρηγοριά. Γι’ αυτό και τα μέσα που το στηρίζουν το σπρώχνουν σαν κοινό σημείο αναφοράς, ενώ τα μέσα που το πολεμούν το βλέπουν σαν ναρκωτικό.

4) Social media (X/Instagram/Facebook): τι παίζει πραγματικά

X (Twitter): σάτιρα + πόλωση + «σήμερα μοιάζει με τότε»

Στο X βλέπεις τρία πράγματα:

  • Σαρκαστικά/μειωτικά σχόλια (“θα σπάσει ταμεία”, “κωμωδία” κ.λπ.) που λειτουργούν ως πολιτισμική απόρριψη
  • Προσωπική πολιτικοποίηση από τον ίδιο τον Σμαραγδή: αναρτήσεις που κάνουν ευθείες αναλογίες “τυφλή αντιπολίτευση τότε/τώρα” – άρα το έργο πατάει πάνω σε σύγχρονη πολιτική πόλωση.
  • Χρήση του Καποδίστρια ως “σύμβολο” (άλλοι τον θέλουν ως “ηγέτη-λύση”, άλλοι ως “μύθο-παρηγοριά”).
Facebook: διαμοιρασμός συνεντεύξεων/αποσπασμάτων με “πνευματικό” τόνο

Στο Facebook βλέπεις κυρίως reposts/βίντεο/άρθρα με framing “με πολέμησαν”,εθνικός σκοπός”, “στήριξε η Μενδώνη”, “εθνοσωτήριο μήνυμα”.

Intelligence Report: Sign Up

×