Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Έχοντας διαβάσει ολόκληρη τη συνέντευξη του Ανδρέα Δρυμιώτη στον Δημήτρη Δανίκα, δεν προκύπτει απλώς μια αφορμή για σχολιασμό προσώπων ή συγκυρίας. Προκύπτει ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα για το πώς αντιλαμβανόμαστε την ήττα, τη θεσμική ευθύνη, τη διαδοχή και τελικά την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Όχι μέσα από το πρίσμα της επικαιρότητας, αλλά ως δομικό πρόβλημα ενός πολιτικού συστήματος που δυσκολεύεται να κλείσει κύκλους και ακόμη περισσότερο να ανοίξει νέους.
Κάποια στιγμή στην πολιτική ζωή των ηγετών δεν μετριέται σε ποσοστά, ούτε σε δημοσκοπικά κύματα. Είναι η στιγμή της ήττας. Όχι ως γεγονός, αλλά ως στάση. Εκεί όπου η πολιτική δεν δοκιμάζεται για το αν μπορεί να κερδίζει, αλλά για το αν μπορεί να αποχωρεί.
Η ελληνική πολιτική κουλτούρα δείχνει να δυσκολεύεται ακριβώς εκεί. Όχι στο να χάνει, αυτό το έχει μάθει. Αλλά στο να αποδέχεται ότι η ήττα είναι τέλος κύκλου και όχι διάλειμμα. Η ιδέα ότι ένας πολιτικός αρχηγός, αφού παραιτηθεί, δικαιούται ή και οφείλει να επιστρέψει, δεν είναι απλώς θέμα προσωπικής φιλοδοξίας. Είναι σύμπτωμα βαθύτερης θεσμικής αδυναμίας: της αδυναμίας μας να παράγουμε διαδοχή. Αναζητούμε πρόσωπα και νέους ηγέτες όταν επανέρχονται ως μεσσίες όσοι έχουν δημοκρατικά ολοκληρώσει τον κύκλο τους και κλείνουν τον δρόμο σε νεους ηγέτες.
Σε ώριμες δημοκρατίες, η αποχώρηση δεν είναι εξαφάνιση. Είναι μετάβαση. Δημιουργεί χώρο. Στην Ελλάδα, συχνά λειτουργεί σαν εκκρεμότητα. Κανείς δεν φεύγει πραγματικά, όλοι «παραμένουν διαθέσιμοι». Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα που ανακυκλώνει πρόσωπα, όχι ιδέες. Που αναπαράγει αφηγήματα αντί να ανανεώνει πολιτικές.
Το ίδιο μοτίβο συναντάται και στη δημόσια διοίκηση. Εκεί όπου η μονιμότητα, αντί να λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση ανεξαρτησίας, έχει μετατραπεί σε συνώνυμο ακινησίας. Όχι γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούν, αλλά γιατί το σύστημα δεν απαιτεί, δεν επιβραβεύει, δεν αξιολογεί. Η απουσία κινήτρων και συνεπειών δεν είναι κοινωνική πολιτική, είναι θεσμική παραίτηση.
Το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να απολύονται άνθρωποι. Είναι αν το κράτος μπορεί να λειτουργεί με την ίδια λογική ευθύνης που απαιτεί από την κοινωνία. Όταν ο ιδιωτικός τομέας καλείται να προσαρμόζεται, να καινοτομεί και να επιβιώνει υπό πίεση, αλλά το Δημόσιο παραμένει εκτός αυτής της δυναμικής, η ανισορροπία δεν είναι ιδεολογική, είναι λειτουργική.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον αγροτικό τομέα. Η συζήτηση για επιδοτήσεις, παραγωγικότητα και κινητοποιήσεις σπάνια γίνεται με όρους στρατηγικής. Συνήθως εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο καρικατούρες: τον «κακομαθημένο αγρότη» από τη μία και το «θύμα των Βρυξελλών» από την άλλη. Και οι δύο αφηγήσεις αποφεύγουν το ουσιώδες ερώτημα: ποιο παραγωγικό μοντέλο θέλουμε και ποιο κράτος μπορεί να το στηρίξει;
Χωρίς επενδύσεις σε τεχνογνωσία, υποδομές και συλλογικά σχήματα, καμία επιδότηση δεν παράγει ανταγωνιστικότητα. Αλλά χωρίς πολιτικό θάρρος να αλλάξει το πλαίσιο, καμία μεταρρύθμιση δεν προχωρά. Έτσι, οι εντάσεις επανέρχονται περιοδικά, σαν φυσικό φαινόμενο, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολιτικό έλλειμμα.
Όλα αυτά συνδέονται τελικά με το ίδιο ερώτημα: μπορεί η ελληνική πολιτική να περάσει από τη διαχείριση προσώπων στη διαχείριση θεσμών; Από την προσωποκεντρική επιβίωση στη θεσμική ωρίμανση;
Η απάντηση δεν θα δοθεί σε μία εκλογή ούτε σε έναν αρχηγό. Θα δοθεί όταν η αποχώρηση πάψει να θεωρείται ήττα ζωής, όταν η αξιολόγηση πάψει να θεωρείται απειλή, όταν η αλλαγή πάψει να αντιμετωπίζεται ως ρίσκο και αρχίσει να αναγνωρίζεται ως προϋπόθεση.
Μέχρι τότε, η πολιτική θα συνεχίσει να μοιάζει με κύκλο που κλείνει δύσκολα. Και κάθε επιστροφή θα μοιάζει λιγότερο με ελπίδα και περισσότερο με άρνηση να προχωρήσουμε παρακάτω.
Κανονικότητα με κόστος την εμπιστοσύνη – Επισκόπηση Τύπου 24/12
Όταν η είδηση προηγείται της αλήθειας – Dark Room, ΒΗΜΑτοδότης, Big Mouth 24/12
Όταν το Υπουργικό γίνεται pitch deck – Κυριάκος Μητσοτάκης 23/12
Συμμαχίες έξω, νεύρα μέσα – Επισκόπηση Τύπου 23/12
Intelligence Report: Sign Up







