Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Κάτι κινείται ξανά στο πολιτικό σκηνικό: παλιοί πρωθυπουργοί βγαίνουν από τη σιωπή, η αντιπολίτευση επιδιώκει να αποκτήσει μέτωπο «προοδευτικής ανασύνθεσης», και ο Αλέξης Τσίπρας δοκιμάζει το δεύτερο πολιτικό του δέρμα. Στο κέντρο, όμως, βρίσκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, φθαρμένος αλλά όχι ηττημένος, και καθόλου αδιάφορος για τα ρεύματα που διαμορφώνονται. Στην πραγματικότητα, κάτω από τον θόρυβο, λειτουργεί ένας συστημικός αυτοματισμός που μοιάζει να ξαναπαίρνει μπρος, όπως το 2023: όταν οι κρίσεις έμοιαζαν καταλυτικές, αλλά τελικά οδήγησαν σε ενίσχυση της κυβερνητικής σταθερότητας.
Οι εσωτερικοί επικριτές: Καραμανλής και Βενιζέλος
Οι παρεμβάσεις Καραμανλή και Βενιζέλου έχουν βάρος, όχι μόνο γιατί προέρχονται από δύο πυλώνες του μεταπολιτευτικού κατεστημένου, αλλά γιατί καταγγέλλουν κάτι ευρύτερο από μια κυβερνητική αποτυχία: καταγγέλλουν ένα μοντέλο λειτουργίας της εξουσίας που ξύνει τα όρια της θεσμικής αντοχής.
Ο Καραμανλής μίλησε για «κρίση εμπιστοσύνης», «έλλειμμα κοινοβουλευτικότητας» και τη διάχυτη αίσθηση ότι η διακυβέρνηση έγινε υπερσυγκεντρωτική. Ο Βενιζέλος, με τη σειρά του, υπενθύμισε ότι οι υποκλοπές δεν ήταν τεχνικό πρόβλημα αλλά βαθύτατη πληγή για το συνταγματικό ήθος της χώρας.
Πρόκειται για κριτικές σοβαρές. Δεν είναι αντιπολίτευση από τα έδρανα, αλλά από τα θεμέλια. Κι όμως, αυτές οι κριτικές δεν μετέτρεψαν, τουλάχιστον ακόμη, τη φθορά σε κατάρρευση. Ο λόγος είναι απλός: αυτό το είδος θεσμικής κριτικής επηρεάζει την ατζέντα, όχι απαραίτητα την ψήφο.
Και στο τέλος, οι εκλογές δεν είναι πανεπιστημιακό συνέδριο, είναι η επιλογή ενός «λιγότερου κακού» από κοινωνίες που φοβούνται την περιπέτεια.
Οι κοινωνικές αντιστάσεις: Φάμελλος, Ανδρουλάκης και τα μπλόκα
Στο κοινωνικό πεδίο, ο Φάμελλος μιλά για αγρότες που «εξοντώνονται» και για ένα σύστημα ενισχύσεων που λειτουργεί ως λάφυρο. Ο Ανδρουλάκης επιμένει ότι τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης σπαταλώνται χωρίς στρατηγική, ενώ τα δημόσια συστήματα, ΜΜΜ, υγεία, περιφέρεια, φθίνουν.
Η ακρίβεια, δε, αποτελεί τον πιο ισχυρό αντίπαλο κάθε κυβέρνησης: δεν μπορείς να εξηγήσεις σε έναν γονιό που πληρώνει 12 ευρώ το κιλό το κοτόπουλο ότι «η ανάπτυξη τρέχει». Οι κοινωνικές εντάσεις είναι πραγματικές και η κυβέρνηση το ξέρει.
Και όμως, ακόμη κι εδώ, υπάρχει μια παράξενη σταθερά: όταν έρχεται η κάλπη, οι πολίτες δεν ψηφίζουν αποκλειστικά με βάση τη δυσφορία. Ψηφίζουν με βάση τον κίνδυνο. Και σήμερα, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ο κίνδυνος για τη μεσαία τάξη δεν ταυτίζεται με τη ΝΔ, αλλά με το «ποιος θα έρθει μετά».
Η επιστροφή Τσίπρα και ο κατακερματισμός
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε θριαμβευτικά στο Παλλάς, γεμίζοντας ένα θέατρο και τη δημόσια σφαίρα. Μίλησε για διαφθορά, για παρακμή, για «μια νέα αρχή».
Αλλά τα δεδομένα είναι σκληρά: η πρώτη δημοσκόπηση για το νέο του εγχείρημα είναι απογοητευτική. Ο κόσμος τον παρακολουθεί με περιέργεια, όχι με εμπιστοσύνη. Το 9% «βέβαιης ψήφου» δεν είναι εκλογική βάση, είναι κοινωνικό δείγμα νοσταλγίας χωρίς δέσμευση.
Αυτό δημιουργεί μια δυναμική που δεν φαίνεται στην επιφάνεια: κάθε νέο κόμμα στο προοδευτικό πεδίο δεν αφαιρεί από τη ΝΔ, αλλά από τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ. Έτσι το αντιμητσοτακικό μέτωπο, αντί να δυναμώνει, διαλύεται σε υπο-μέτωπα που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ίδιο ακροατήριο.
Είναι το πολιτικό ισοδύναμο της «μεταρρύθμισης που τρώει τα παιδιά της»: ο Τσίπρας αποδυναμώνει τον Τσίπρα.
Οι αποτυχίες Μητσοτάκη είναι πραγματικές, αλλά δεν είναι μοιραίες
Εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι: η κυβέρνηση έχει βαρύ φορτίο.
- Η τραγωδία στα Τέμπη παραμένει η απόλυτη ρωγμή αξιοπιστίας.
- Η Θεσσαλία είναι ακόμη τραυματισμένη από την Daniel.
- Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποκάλυψε ένα κράτος που πασχίζει να λειτουργήσει χωρίς πελατειακές πατερίτσες.
- Η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν καταλαβαίνει από υπουργικές ανακοινώσεις.
- Οι υποκλοπές εξακολουθούν να σκιάζουν τη θεσμική εικόνα της χώρας.
Και όμως, καμία από αυτές τις κρίσεις δεν παρήγαγε πολιτική καμπή. Μείωσαν τη ΝΔ, ναι. Αποδόμησαν τον πυρήνα της; Όχι ακόμη.
Αυτό είναι ο συστημικός αυτοματισμός: η αδράνεια ενός μοντέλου διακυβέρνησης που, παρά τα λάθη του, παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο, προβλέψιμο και λειτουργικό για τους κρίσιμους πυλώνες του συστήματος: επιχειρήσεις, διεθνείς εταίρους, τεχνοκρατικούς θεσμούς, μεσαία τάξη.
Όταν το πολιτικό σκηνικό μοιάζει ασταθές, το σύστημα στρέφεται στον παράγοντα που υπόσχεται συνέχεια, όχι στον παράγοντα που υπόσχεται ανατροπή.
Αυτό συνέβη το 2023, όταν όλοι μιλούσαν για φθορά και ο Μητσοτάκης βγήκε πιο δυνατός. Κι αυτό φαίνεται να ενεργοποιείται ξανά.
Το πραγματικό διακύβευμα για το 2027
Το πολιτικό αφήγημα σήμερα μοιάζει διχασμένο: από τη μία, μια κυβέρνηση που έχει χάσει την αίγλη της «μεταρρυθμιστικής πρωτοπορίας», από την άλλη, μια αντιπολίτευση που δεν έχει αποκτήσει ακόμη τον χαρακτήρα εν δυνάμει κυβερνητικής εναλλακτικής.
Αν κάτι μπορεί να ανατρέψει το 2027 υπέρ του Μητσοτάκη, δεν είναι η δημοφιλία του. Είναι η αδυναμία των άλλων να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν.
Ο συστημικός αυτοματισμός δεν λέει «ο Μητσοτάκης είναι καλός». Λέει: «Μέχρι να δω κάτι καλύτερο, αυτόν ξέρω, αυτόν εμπιστεύομαι για τα βασικά» (better the devil you know).
Και αυτή είναι μια υποτίμηση που η αντιπολίτευση κάνει συστηματικά: θεωρεί ότι η φθορά ισοδυναμεί με αλλαγή κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα, η φθορά μπορεί να οδηγήσει και σε παράταση της υπάρχουσας κατάστασης, ειδικά όταν το εναλλακτικό σενάριο μοιάζει χαοτικό.
Πρόβλεψη για το 2027
Με τα σημερινά δεδομένα:
- Η ΝΔ δύσκολα θα φτάσει τα ποσοστά του 2023.
- Αλλά δύσκολα θα χάσει και την πρώτη θέση.
- Το ΠΑΣΟΚ παραμένει άγνωστοw Χ, ισχυρότερο, αλλά όχι ηγεμονικό.
- Ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να ταλαντεύεται μεταξύ ανασύνταξης και αποδόμησης.
- Ο Τσίπρας, αν ιδρύσει νέο κόμμα, μάλλον θα κατακερματίσει παρά θα ενώσει.
Η Ελλάδα πάει προς εκλογές όπου η κοινωνία θέλει να στείλει μήνυμα δυσαρέσκειας, αλλά χωρίς να ρισκάρει ακυβερνησία.
Κι έτσι, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ο Μητσοτάκης μπαίνει σε λίγες μέρες στο 2026 όχι ως ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος, αλλά ως ο φυσικός δικαιούχος της σταθερότητας.
Και σε μια χώρα που έχει κουραστεί από την περιπέτεια, αυτό μπορεί να αποδειχθεί πιο ισχυρό από κάθε αντιπολιτευτική καταιγίδα.
Intelligence Report: Sign Up







