Ο «προβλέψιμος σύμμαχος» σε έναν απρόβλεπτο κόσμο – Μητσοτάκης στο συνέδριο του Βήματος

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η συζήτηση Μητσοτάκη-Πρετεντέρη στο συνέδριο του Βήματος ήταν κάτι παραπάνω από μια «χαλαρή» πολιτική κουβέντα. Ήταν ένα εγχειρίδιο για το πώς αντιλαμβάνεται η σημερινή κυβέρνηση τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο: μια χώρα που επενδύει στην προβλεψιμότητα, σε έναν πλανήτη που ζει από την αστάθεια.

Ο δημοσιογράφος ξεκινά από μια κλασική, σχεδόν κυνική παρατήρηση: στην Ανατολική Μεσόγειο «ένας παίκτης υπάρχει», οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Πρωθυπουργός διορθώνει την οπτική: ναι, οι ΗΠΑ είναι ο κεντρικός παίκτης, ειδικά στην υπόθεση Γάζας-Παλαιστινίου, αλλά η περιοχή είναι πολύ πιο σύνθετη και η Ελλάδα δεν είναι απλό πιόνι σε αμερικανική σκακιέρα. Αυτή η διπλή κίνηση, αναγνώριση της ιεραρχίας ισχύος, αλλά και διεκδίκηση ρόλου, είναι η βάση όλης της αφήγησής του.

Στο Παλαιστινιακό, η γραμμή είναι «μετρημένη»: αναγνώριση του δικαιώματος του Ισραήλ στην άμυνα, αλλά και δημόσια κριτική στην υπερβολική χρήση βίας. Ανθρωπιστική βοήθεια, διακηρυγμένη προσήλωση στη λύση δύο κρατών, αλλά όχι βιασύνη να αναγνωριστεί το παλαιστινιακό κράτος χωρίς «προϋποθέσεις». Είναι η κλασική στάση μιας μικρής-μεσαίας χώρας που θέλει να είναι στο «σωστό στρατόπεδο», χωρίς να καεί πολιτικά στον αραβικό κόσμο.

Η ίδια λογική εμφανίζεται και στη σχέση με το Ισραήλ. Η στρατηγική συνεργασία παρουσιάζεται ως διαχρονική, με ιστορικό βάθος που ξεκινά από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Δεν είναι «γραμμή μιας κυβέρνησης», είναι σχεδόν στοιχείο εθνικής ταυτότητας. Έτσι, κάθε κριτική περί «υπερβολικής φιλίας» με τον Netanyahu απορροφάται: όταν κάτι ανάγεται σε στρατηγική σταθερά, παύει να είναι αντικείμενο καθημερινής πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Στο κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά, η αφήγηση κινείται σε ένα μοτίβο «ψύχραιμου ρεαλισμού». Ο Πρωθυπουργός αποφεύγει οποιαδήποτε έκρηξη αισιοδοξίας: «ρεαλιστής», όχι απαισιόδοξος. Αναγνωρίζει τη σκληρή θέση της Άγκυρας (λύση δύο κρατών), αλλά υπενθυμίζει ότι κανείς δεν αναγνωρίζει τα κατεχόμενα. Η Ελλάδα εμφανίζεται ως ο «υπεύθυνος ενήλικας» στο δωμάτιο, που επιμένει στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή μια διαδικασία που «είναι στον αναπνευστήρα».

Στα ελληνοτουρκικά, η λέξη-κλειδί είναι «λειτουργική σχέση». Όχι φιλία, όχι λύση, αλλά μια κατάσταση όπου «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε» χωρίς να ανεβαίνει κάθε μήνα το θερμόμετρο. Οι μειωμένες παραβιάσεις, η συνεργασία στο μεταναστευτικό, η γρήγορη βίζα για Τούρκους στα νησιά συνθέτουν μια εικόνα «αποκλιμάκωσης με οφέλη». Παράλληλα, οι μεγάλες αμυντικές δαπάνες παρουσιαζονται ως απόδειξη οικονομικής υγείας, όχι ως βάρος: μόνο μια χώρα με πλεονάσματα μπορεί να ξοδεύει πάνω από 3% του ΑΕΠ στην άμυνα και να μειώνει φόρους. Η ισχύς γίνεται λογιστική κατηγορία.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο είναι η ιδεολογική τοποθέτηση περί «προβλέψιμου συμμάχου». Ο Μητσοτάκης απορρίπτει ρητά την παράδοση του «επιτήδειου ουδέτερου», της Ελλάδας που ισορροπεί ανάμεσα σε μπλοκ, παριστάνει τον πονηρό και καταλήγει εκτεθειμένη. Υποστηρίζει ότι η αξιοπιστία χτίζεται όταν τιμάς τις συμμαχίες σου, αποδέχεσαι υποχρεώσεις, όχι μόνο δικαιώματα.

Εδώ υπάρχει ένα βαθύτερο φιλοσοφικό δεδομένο: η εθνική κυριαρχία δεν νοείται ως απόλυτη αυτονομία, αλλά ως διαχείριση δεσμεύσεων σε δίκτυα ισχύος. Το αν συμφωνεί κανείς ή όχι είναι άλλο θέμα, αλλά η γραμμή είναι καθαρή. Η Ελλάδα δεν θα είναι «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ, θα είναι με τη Δύση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην Ουκρανία, στη Γάζα, στις κυρώσεις, στις νομικές «καινοτομίες» με τα ρωσικά παγωμένα κεφάλαια.

Η ενεργειακή στρατηγική εντάσσεται στο ίδιο σχήμα. Ο Πρωθυπουργός αποδομεί τον φόβο ότι «τα ενεργειακά είναι μόδα»: παρουσιάζει την Ελλάδα ως κόμβο LNG, ως εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, ως πιθανό μελλοντικό παραγωγό φυσικού αερίου. Οι αγωγοί, τα FSRU, οι εξαγωγές προς Βαλκάνια και μέχρι Ουκρανία γίνονται το νέο αφήγημα εθνικής ανόδου: όχι πια «στρατηγικό βάθος» αλλά «στρατηγική διασύνδεση».

Πίσω από όλα αυτά, υπάρχει μια σταθερή ιδέα: η χώρα βγαίνει από την περιφέρεια και προσπαθεί να σταθεί στο κέντρο διαφόρων χαρτών, γεωπολιτικών, ενεργειακών, επενδυτικών. Και το εισιτήριο γι’ αυτό το κέντρο, λέει ο Μητσοτάκης, είναι τριπλό: πολιτική σταθερότητα, οικονομική αξιοπιστία, στρατιωτική ενίσχυση.

Όταν μιλά για το 2030 και τα 200 χρόνια από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, το κάνει όχι για να στήσει μια ακόμη γιορτή συμβολισμών, αλλά για να διατυπώσει μια «ατζέντα μέλλοντος»: μεταρρυθμίσεις που αποδίδουν μετά, όχι τώρα. Η πολιτική φθορά αντιμετωπίζεται όχι με ιδεολογική μεταστροφή, αλλά με «ανανέωση προσώπων» και τόνωση της προοπτικής.

Κι εδώ μπαίνει η πιο δύσκολη αντίφαση: μια κυβέρνηση που έχει κλείσει ήδη πολλά χρόνια στην εξουσία, προσπαθεί να ενσαρκώσει ταυτόχρονα τον «θεσμικό πατέρα» της σταθερότητας και τον «νέο» που μιλά για το μέλλον. Γι’ αυτό και η εμμονή στο ύφος: «όσο πιο πολύ καιρό είσαι στην εξουσία, τόσο πιο χαμηλό πρέπει να είναι το βλέμμα». Είναι μια ηθικολογία της εξουσίας που έρχεται να καλύψει το πολιτικό κόστος της μακράς παραμονής.

Αν κάτι αποτυπώνει συνοπτικά αυτή τη συζήτηση, είναι η επιλογή ενός δρόμου: η Ελλάδα δεν διεκδικεί τον ρόλο του ριψοκίνδυνου παίκτη, αλλά του πειθαρχημένου μετόχου σε ένα σύστημα Δύσης που τρίζει, αλλά δεν έχει αντικαταστάτη. Η κυβέρνηση επενδύει ακριβώς σε αυτό: ότι σε έναν κόσμο όπου πολλοί φαίνονται επικίνδυνα απρόβλεπτοι, ο «προβλέψιμος σύμμαχος» αποκτά υπεραξία.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική θα συνεχίσει να παράγει και εσωτερική νομιμοποίηση, όχι μόνο για τις αγορές, τους εταίρους και τις δεξαμενές σκέψης, αλλά για πολίτες που ζουν την αστάθεια στο πορτοφόλι και στην καθημερινότητά τους. Γιατί στο τέλος, η εξωτερική πολιτική μπορεί να γράφεται στα συνέδρια, αλλά κρίνεται στα εκλογικά τμήματα.

Intelligence Report: Sign Up

×