Η «Ιθάκη» και το AmCham: δύο ομιλίες και δύο Ελλάδες που ψάχνουν μέλλον

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Αν ακούσει κανείς διαδοχικά την Ιθάκη του Αλέξη Τσίπρα και τη συζήτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο, νομίζει πως μιλάμε για δύο διαφορετικές χώρες. Στην πρώτη, κυριαρχεί η αδικία, η κλεπτοκρατία, η αποσύνθεση της εμπιστοσύνης στη δημοκρατία, στη δεύτερη, μια μικρή μεταφυσική της ανάπτυξης που αυτο-τροφοδοτείται: επενδύσεις, πλεονάσματα, αναβαθμίσεις, ρόλος-κόμβος στην ενέργεια, brain regain.

Ο Τσίπρας στήνει μια σκηνή υπαρξιακή: ο λαός προδομένος, η δημοκρατία τραυματισμένη, οι θεσμοί απαξιωμένοι, οι πολίτες αποσυρμένοι στην ιδιώτευση. Η λύση δεν είναι απλώς κυβερνητική εναλλαγή αλλά «νέα ηθική διακυβέρνηση» και «νέα μεταπολίτευση», ένα Big Bang ανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου, που θα υπερβεί «τους πρώτους στο χωριό» και τις κομματικές μικρο-φεουδαρχίες.

Η επιχειρηματολογία του όμως πατά σε ένα γνώριμο σχήμα: οι «ένοχοι» του παρελθόντος, το εγκατεστημένο σύστημα, τα μεγάλα συμφέροντα από τη μία, ο λαός και μια ευρύτερη, αόριστη προοδευτική παράταξη από την άλλη. Η αυτοκριτική υπάρχει, αλλά είναι επιμελημένη: αναγνωρίζονται «τραύματα», όχι όμως συγκεκριμένα λάθη διακυβέρνησης, η αφήγηση για το 2015-2019 παραμένει ηρωική, άρα και ο ίδιος δικαιούται δεύτερη επάνοδο ως ηγέτης, αυτή τη φορά έξω από τα θεσμικά δεσμά της Βουλής.

Ο Μητσοτάκης αντίθετα δομεί την επιχειρηματολογία του σαν power-point που μιλά μόνο του: υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης «διαχρονικά», πλεονάσματα, μείωση χρέους, ψηφιακό κράτος, μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, ειδικά χωροταξικά, αναδιάρθρωση ΟΠΕΚΕΠΕ, νέες ενεργειακές συμφωνίες, διαφοροποιημένη οικονομία από τον τουρισμό μέχρι την φαρμακοβιομηχανία και τις start-ups.

Εκεί που ο Τσίπρας κηρύσσει «σοκ δημοκρατίας» και μάχη με την ολιγαρχία, ο Μητσοτάκης υπόσχεται σταθερότητα και προβλεψιμότητα, ώστε ο επενδυτής να ξέρει πού βάζει τα λεφτά του. Για τον έναν, η χώρα είναι βυθισμένη σε «βάλτο» ανισοτήτων και κλεπτοκρατίας, για τον άλλον, έχει ήδη διαφύγει από το παλιό «μοντέλο κατανάλωσης με δανεικά» και πορεύεται σε εξωστρεφές, επενδυτικό υπόδειγμα.

Κι όμως, κάτω από τη ρητορική σύγκρουση, οι δύο ομιλίες μοιάζουν σε κάτι κρίσιμο: και οι δύο μεταφράζουν την πολιτική σε αφήγημα για «κύκλους» που κλείνουν και ανοίγουν, σαν η ιστορία να προχωρά με μεγάλα άλματα, όχι με επίπονη δουλειά πάνω στα μικρά. Ο Τσίπρας υπόσχεται ρήξεις με τον μεγάλο πλούτο, πατριωτική εισφορά, νέο κοινωνικό συμβόλαιο γι’ αναδιανομή και ανθεκτικότητα σε κλιματική κρίση και δημογραφικό, χωρίς όμως να δείχνει καθαρά ποιος θα κυβερνήσει αυτό τον νέο μηχανισμό και με ποιες εγγυήσεις ότι δεν θα γίνει ο ίδιος νέα ελίτ με άλλα συνθήματα.

Ο Μητσοτάκης, από την άλλη, περιγράφει έναν μεταρρυθμιστικό καταρράκτη, από τα Ειρηνοδικεία μέχρι το Κτηματολόγιο και την ΑΑΔΕ, που θα «νικήσει το βαθύ κράτος» και θα βελτιώσει την παραγωγικότητα. Όμως αποφεύγει να αγγίξει την πιο δύσκολη διάσταση: ότι το ίδιο το δίκτυο εξουσίας που τον στηρίζει διαπλέκεται με αυτό το βαθύ κράτος, στους διορισμούς, στις εργολαβίες, στις διανομές πόρων, και δεν αρκεί η ψηφιοποίηση για να αλλάξει η κουλτούρα του «τηλεφώνου στον γνωστό».

Η αντιπαράθεση κορυφώνεται στην εικόνα του καραβιού: ο Μητσοτάκης ρωτά αν θα εμπιστευόμασταν καπετάνιο που έριξε το πλοίο στα βράχια και βγήκε πρώτος με τη λέμβο, δείχνοντας ευθέως τον Τσίπρα. Ο Τσίπρας, από την πλευρά του, μιλά για «Ιθάκη» και νέο ταξίδι, υπονοώντας ότι ο σημερινός πρωθυπουργός έχει καθηλώσει τη χώρα σε βάλτο ανισοτήτων και αυταρχισμού.

Και οι δύο, όμως, αφήνουν αβίαστες τις δικές τους λέμβους:

  • ο μεν Τσίπρας υποβαθμίζει το κόστος της δικής του διακυβέρνησης: πάνω σε μισθούς, εμπιστοσύνη, θεσμούς,
  • ο δε Μητσοτάκης προσπερνά σχεδόν ψυχρά το κοινωνικό αντίτιμο μιας ανάπτυξης που δεν πείθει τους πολίτες πως «το μέρισμα» φτάνει ως το δικό τους μισθό, το δικό τους ενοίκιο, τη δική τους καθημερινή ανασφάλεια.

Από φιλοσοφική άποψη, θα έλεγε κανείς ότι ο Τσίπρας επενδύει στο λαϊκό φαντασιακό: στην ανάγκη των πολιτών να νιώσουν ότι συμμετέχουν σε μια μεγάλη ηθική επανεκκίνηση. Γι’ αυτό μιλά για «νέα μεταπολίτευση», «νέο πατριωτισμό», κίνημα αυτοοργάνωσης «σε κάθε πόλη, σε κάθε γειτονιά», που θα σπάσει την απογοήτευση και την αποχή. Αλλά χωρίς συγκεκριμένο οργανωτικό σχήμα, ο κίνδυνος είναι να παραμείνει μια ακόμη ρομαντική υπόσχεση: ένα κίνημα που καλείται να γεννηθεί αυθόρμητα, ενώ ο ίδιος ο ηγέτης το περιμένει ήδη στη σκηνή.

Ο Μητσοτάκης επενδύει στο τεχνοκρατικό φαντασιακό: μια χώρα που «έχει ήδη αλλάξει παραγωγικό μοντέλο», συγκλίνει με την Ευρώπη, γίνεται ενεργειακός κόμβος, ελκυστικός προορισμός για επενδυτές, συνταξιούχους, επιστροφή ταλέντου. Όμως η επιμονή στην αυτοδυναμία και στην ιδέα ότι «οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι λιγότερο αποτελεσματικές» δείχνει έναν άλλο φόβο: ότι η ίδια η δημοκρατική πολυφωνία θεωρείται εμπόδιο στην ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων. Εκεί η σταθερότητα κινδυνεύει να γίνει αυτοσκοπός, όχι μέσο για καλύτερους θεσμούς.

Αν κάτι λείπει και από τους δύο λόγους, είναι μια ειλικρινής συζήτηση για τον πολίτη όχι ως χειροκροτητή σκηνής, αλλά ως φορέα ευθύνης και κόστους. Πώς μοιράζονται οι απώλειες μιας νέας κρίσης; Ποιος πληρώνει πραγματικά τα ρήγματα της κλιματικής προσαρμογής, της δημογραφικής συρρίκνωσης, της τεχνολογικής μετάβασης; Οι απαντήσεις μένουν σε συνθήματα, «δίκαιη ανάπτυξη» από τη μία, «ενάρετος κύκλος» από την άλλη.

Ίσως το πιο έντιμο συμπέρασμα μετά τις δύο ομιλίες είναι ότι η χώρα διαθέτει δύο ισχυρές αφηγήσεις, αλλά καμία ολοκληρωμένη εμπιστευτική σχέση με την κοινωνία. Η μία υπόσχεται να τα βάλει με την ολιγαρχία, η άλλη να συμβιβάσει την αγορά με τη θεσμική σταθερότητα. Και οι δύο όμως αποφεύγουν να πουν το δυσάρεστο: ότι χωρίς βαθιά αλλαγή των κινήτρων, στο δημόσιο, στις επιχειρήσεις, στα κόμματα, στα ΜΜΕ, κανένα καράβι πολιτικό δεν φτάνει στο λιμάνι. Ο πολίτης έχει αρχίσει να το υποψιάζεται. Γι’ αυτό ακούει, χειροκροτεί, αλλά δεν πείθεται εύκολα να ξαναμπεί στο καράβι.

Intelligence Report: Sign Up

×