Call us now:

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:
© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.
Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.grΗ μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου
Υπάρχει ένα παράξενο θάρρος στο να παρουσιάζεις την Ελλάδα στους Financial Times ως υπόδειγμα για την Ευρώπη. Θάρρος ή ευγενική τόλμη, πάντως κάτι περισσότερο από επικοινωνία. Σαν να μπαίνει κανείς σε μια αίθουσα όπου πριν δέκα χρόνια τον κοιτούσαν ως ένοικο του προβλήματος, και τώρα τους εξηγεί τις λύσεις. Η εικόνα είναι γοητευτική, το ερώτημα είναι τι μένει πίσω από τον καπνό της γοητείας.
Το άρθρο του υπουργού χτίζει ένα αφήγημα που μοιάζει με επιτυχημένη start-up της πολιτικής: ένα κράτος που αποδεκατίστηκε, αναδιοργανώθηκε και τώρα κάνει pitch για το ευρωπαϊκό μέλλον. Μέχρι εδώ, κανένα πρόβλημα. Το ζήτημα αρχίζει όταν αναρωτηθεί κανείς πόσο “μοντέλο” μπορεί να γίνει μια χώρα που ακόμη παλεύει με το βασικότερο: τη σχέση της με την ίδια της την πραγματικότητα.
Η ψηφιακή πρόοδος, αναμφισβήτητη, και μάλιστα εντυπωσιακή, εμφανίζεται ως το νέο ελληνικό θαύμα. Μόνο που η τεχνολογία είναι σαν τους καθρέφτες: δείχνει αυτό που υπάρχει, όχι αυτό που θέλουμε να φαίνεται. Ναι, οι ουρές στα ΚΕΠ εξαφανίστηκαν. Αλλά η ουρά στη δομική ανανέωση των θεσμών παραμένει εκεί, ατάραχη. Πόσο αλήθεια αλλάζει η χώρα όταν η ταχύτητα των συναλλαγών αυξάνεται, αλλά η ταχύτητα της δικαιοσύνης, της διοίκησης και της παραγωγής σκέψης μένει στα ίδια;
Το άρθρο σχεδιάζει μια Ελλάδα που συγκινεί τους αριθμούς: πλεόνασμα κοντά στο 4,8%, χρέος που κατεβαίνει από το 140% στο 120%, αποδόσεις ομολόγων που θυμίζουν “σοβαρή χώρα”. Είναι ωραίο να βλέπεις τις αγορές να μας χειροκροτούν. Οι αγορές χειροκροτούν συνήθως ό,τι τις συμφέρει, όχι ό,τι συμφέρει την κοινωνία. Το ερώτημα δεν είναι αν δανειζόμαστε πλέον φθηνά, είναι αν οι πολίτες δανείζονται φθηνά, αν επιχειρούν με ασφάλεια, αν δουλεύουν για κάτι περισσότερο από την κάλυψη του μήνα.
Γιατί όσο η χώρα δείχνει να κερδίζει αξιοπιστία απέξω, τόσο φαίνεται να αργεί να την κερδίσει μέσα της. Η παραγωγικότητα και οι μισθοί δεν ανεβαίνουν με άρθρα, ανεβαίνουν με αλλαγές που πονάνε, και πονάνε πολιτικά. Το δημογραφικό δεν λύνεται επειδή βγάζουμε τον ΕΝΦΙΑ από τα μικρά χωριά, λύνεται όταν άνθρωποι που ζουν και εργάζονται εδώ αισθανθούν ότι έχουν μέλλον που δεν μετριέται σε τρίμηνα. Οι επενδύσεις δεν έρχονται επειδή τους δώσαμε ωραίες ηλεκτρονικές φόρμες, αλλά επειδή θέλουν να μείνουν σε μια χώρα που δεν τους τιμωρεί όταν προχωρούν.
Το πιο αιχμηρό σημείο στο άρθρο είναι αυτό που δεν γράφεται: ότι η Ελλάδα μπορεί να εμπνεύσει την Ευρώπη μόνο στο μέτρο που καταφέρνει να εμπνεύσει τον εαυτό της, και αυτό δεν είναι καθόλου δεδομένο.
Διότι το να παρουσιάζεις τη χώρα ως success story είναι εύκολο, όταν μιλάς σε κοινό που ξέρει τα νούμερα και όχι τα πεζοδρόμια. Η πραγματική πρόκληση είναι να παρουσιάσεις το ίδιο success story σε εκείνους που ζουν την καθημερινότητα: στον νέο που πληρώνεται 900 ευρώ, στην οικογένεια που σκέφτεται δεύτερο παιδί και δεν το τολμά, στον επαγγελματία που έχει μάθει να αμύνεται σε μια αγορά που δεν τον εμπιστεύεται ούτε με κλειστά μάτια ούτε με ανοιχτά.
Η Ελλάδα μπορεί να γίνει παράδειγμα, αλλά τα παραδείγματα έχουν δύο είδη: αυτά που αντιγράφονται και αυτά που χρησιμοποιούνται σαν διαφάνειες σε συνέδρια. Αν θέλουμε να ανήκουμε στο πρώτο είδος, πρέπει να κάνουμε το προφανές: να σταματήσουμε να ικανοποιούμαστε με το ότι «δεν είμαστε πια όπως πριν». Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να εμπνευστεί από την Ελλάδα της επιβίωσης, έχει πολλές από αυτές. Χρειάζεται να εμπνευστεί από μια Ελλάδα της υπέρβασης.
Το άρθρο λοιπόν δεν είναι λάθος. Είναι απλώς η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή θα γραφτεί όχι στους Financial Times, αλλά εδώ, στα δικά μας σπίτια, στους μισθούς, στις επιχειρήσεις, στα σχολεία. Και θα κριθεί όχι από το πώς μας βλέπουν οι Ευρωπαίοι, αλλά από το αν μπορούμε, επιτέλους, να δούμε τον εαυτό μας χωρίς το στολίδι της “ελληνικής εξαίρεσης”.
Γιατί αν η Ελλάδα θέλει να διδάξει την Ευρώπη, το πρώτο μάθημα που οφείλει να μάθει είναι ότι η πραγματική πρόοδος δεν έχει ανάγκη από άρθρα, έχει ανάγκη από συνέπεια.
Intelligence Report: Sign Up







