Επισκόπηση Τύπου 25/11 – Από την Ιθάκη στο Βατερλώ Τσίπρα

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Η δημόσια συζήτηση μοιάζει συχνά σαν να έχει κολλήσει σε μια λούπα: ακούς τις ίδιες λέξεις, βλέπεις τα ίδια πρόσωπα, και καταλαβαίνεις ότι η χώρα, αντί να προχωρά, επιστρέφει εμμονικά στα φαντάσματα του παρελθόντος της. Το σημερινό κύμα δημοσιευμάτων γύρω από την «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί σαν καθρέφτης αυτής της επανάληψης. Αντί να ανοίγει συζήτηση για το αύριο, ξυπνά τα αντανακλαστικά μιας δεκαετίας που η κοινωνία θα προτιμούσε να θυμάται επιλεκτικά και όχι να αναβιώνει με κάθε ευκαιρία. Η «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα έγινε η αφορμή για μια νέα τελετουργική επίκληση του παρελθόντος: άλλοτε ως προειδοποίηση, άλλοτε ως τιμωρία, άλλοτε ως ύλη για πολιτικό μνημόσυνο. Σπάνια όμως ως αφορμή για αυτογνωσία.

Ο Τύπος, από τα σοβαρά πολιτικά φύλλα μέχρι τα λαϊκά ταμπλόιντ, επέλεξε να αφηγηθεί την ίδια ιστορία με διαφορετικούς τόνους: ο πρώην πρωθυπουργός ως υπεύθυνος για το «σκοτάδι» του 2015, για την απόκρυψη, για το χάος, για τα λάθη. Άλλοι με οξυδέρκεια, άλλοι με υπερβολή, άλλοι με εμμονή. Η επαναφορά εκείνης της περιόδου, όμως, δεν ενισχύει την κατανόηση των πολιτών, περισσότερο τους εξαντλεί. Γιατί τι ακριβώς κερδίζει σήμερα ο πολίτης από τη νέα δόση δαιμονοποίησης; Τι μαθαίνει που δεν ήξερε ήδη; Η πολιτική μνήμη δεν είναι άγραφος χάρτης που ξαναζωγραφίζεται κάθε φορά, είναι πεδίο βαθιάς διάβρωσης του συστήματος. Το παράδοξο είναι ότι την ώρα που ο Τύπος αναμοχλεύει τις μνήμες, η κοινωνία δείχνει να μην αντέχει άλλα ιστορικά flashback. Όλοι γνωρίζουν τι έγινε τότε, αυτό που αναζητείται τώρα δεν είναι άλλος ένας απολογισμός, αλλά μια ειλικρινής πρόταση για το μέλλον.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση προσπαθεί να προβάλλει μια νηφάλια αφήγηση: παρεμβάσεις, διευκολύνσεις, ρυθμίσεις, μια αίσθηση πως η καθημερινότητα μπορεί να γίνει λίγο πιο διαχειρίσιμη. Όμως το βάθος της κοινωνικής κόπωσης δεν καλύπτεται από τεχνοκρατικές ανακοινώσεις. Η πραγματική συζήτηση για το πώς ζει η μεσαία τάξη, πώς αντέχει ο μικροεπαγγελματίας, πώς προστατεύεται ο ασθενής πολίτης, γράφεται μονάχα στις υποσημειώσεις των οικονομικών σελίδων. Εκεί όπου η ακρίβεια παραμένει μόνιμη, οι φόροι αυστηροί και η αβεβαιότητα αθόρυβη. Όμως πίσω από αυτά διαγράφεται μια κοινωνία που έχει κουραστεί από τις περιστασιακές λύσεις και ζητά απαντήσεις σε πιο βαθιά, σχεδόν υπαρξιακά ερωτήματα: ποιος έχει τον έλεγχο των της κοινωνικής προόδου; ποιοι θεσμοί μας προστατεύουν; με ποια ποιότητα δημοσίου χώρου θα πορευτούμε τα επόμενα χρόνια;

Από την άλλη πλευρά, ένα μέρος του προοδευτικού Τύπου προειδοποιεί για τη θεσμική χαλαρότητα στη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων και των ανεξάρτητων αρχών. Θέματα όπως τα ιατρικά δεδομένα, η εποπτεία της αγοράς, η ανεξαρτησία των θεσμών, ενώ είναι δυνητικά εκρηκτικά, μοιάζουν να περνούν ως «δευτερεύοντα» για το μεγαλύτερο μιντιακό κατεστημένο. Κι όμως, ίσως εκεί κρύβεται το πραγματικό διακύβευμα της εποχής: όχι το αν ο Τσίπρας αφηγείται όμορφα ή άκομψα το παρελθόν του, αλλά το αν το κράτος του σήμερα μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα μετατραπούμε σε καταναγκαστικό ψηφιακό προφίλ προς πώληση. Είναι η «ήσυχη» πλευρά της επικαιρότητας που δεν κάνει θόρυβο, αλλά καθορίζει το πλαίσιο της ελευθερίας μας.

Στο παρασκήνιο, τα λαϊκά φύλλα συνεχίζουν να παράγουν μια μόνιμη αίσθηση υποψίας: όλοι κάτι κρύβουν, όλοι κάτι χρωστούν, όλοι είναι στο ίδιο παιχνίδι. Αυτό το διαρκές υπόστρωμα δυσπιστίας διαμορφώνει περισσότερο το πολιτικό κλίμα από όσο θα ήθελαν να παραδεχτούν οι πρωταγωνιστές του κεντρικού σκηνικού: διαβρώνει θεσμούς, υπονομεύει αποφάσεις, συντηρεί την ιδέα ότι τίποτα δεν αλλάζει επειδή τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Γιατί μια κοινωνία που δεν πιστεύει σε κανέναν, δεν μπορεί να εμπιστευτεί ούτε τα μέτρα που την αφορούν ούτε τα βιβλία που την προκαλούν.

Έτσι, ο πολιτικός χάρτης της ημέρας δεν είναι η σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη του 2015 και την κανονικότητα του 2025. Είναι η διαπιστωμένη απουσία ενός πειστικού αφηγήματος για το αύριο. Ο δημόσιος λόγος μοιάζει να κινείται μεταξύ αυτοδικαίωσης και καταγγελίας, χωρίς να συναντά τον πολίτη εκεί που πραγματικά βρίσκεται: σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές πιέζουν, οι θεσμοί αδυνατίζουν, η εμπιστοσύνη συρρικνώνεται και η προοπτική μοιάζει να χάνεται πίσω από τις θορυβώδεις αντιπαραθέσεις του χθες.

Αν κάτι διδάσκει η σημερινή ειδησεογραφία, είναι ότι μια χώρα δεν μπορεί να πατήσει γκάζι κοιτώντας συνέχεια τον καθρέφτη. Το στοίχημα δεν είναι να ξανακερδηθούν μάχες του παρελθόντος, αλλά να ειπωθεί επιτέλους ένα σχέδιο που να αφορά το μέλλον, με καθαρά δεδομένα, με καθαρούς κανόνες και με καθαρό βλέμμα στην πραγματική ζωή των ανθρώπων. Γιατί εκεί, και μόνο εκεί, κρίνεται η εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία «Ιθάκη», ούτε του χθες ούτε του αύριο, δεν μπορεί να δικαιώσει τον προορισμό της.

Η μέρα μυρίζει ανακύκλωση τραυμάτων: ο Τύπος ξανανοίγει τη δεκαετία των μνημονίων και του 2015 για να επανατοποθετήσει παίκτες (κυρίως Τσίπρα) στον χάρτη. Η κυβέρνηση εμφανίζεται ως «σταθερό χέρι» με παρεμβάσεις, αλλά η κοινωνική κόπωση και η θεσμική δυσπιστία χτίζονται υπόγεια. Ο αριστερός/προοδευτικός Τύπος διαλέγει πιο θεσμικά και δικαιωματικά θέματα, όμως δυσκολεύεται να τα μετατρέψει σε κεντρική πολιτική σύγκρουση. Το λαϊκό-δεξιό και ταμπλόιντ μπλοκ κρατά ψηλά την ένταση και χαμηλά την εμπιστοσύνη. Σήμερα λοιπόν ο ημερήσιος Τύπος κινείται γύρω από έναν κεντρικό άξονα και τρία παράλληλα ρεύματα:

  • την πολιτική θύελλα της «Ιθάκης» Τσίπρα,
  • τα κυβερνητικά μέτρα/«παρεμβάσεις»,
  • τα θεσμικά-δικαιωματικά (ιδιωτικότητα, Αρχές, δεδομένα)
  • και στο παρασκήνιο τις οικονομικές πιέσεις και τις διεθνείς ισορροπίες.

Η «Καθημερινή» βγάζει στην κορυφή τη «Θύελλα για τη μαύρη λίστα της “Ιθάκης”», δένοντας το βιβλίο Τσίπρα με ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας και πολιτικής ηθικής. Η «Απογευματινή» επαναφέρει την τραγωδία του Ματιού: «Έκρυψε τους νεκρούς (Μάτι), τώρα “θάβει” τους ζωντανούς» επαναφέροντας την πιο τραυματική στιγμή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ως συμπύκνωση «κυνισμού» της προηγούμενης εξουσίας. Ο «Ελεύθερος Τύπος» με το «Από τι… γλιτώσαμε» στήνει καθαρό αντι-ΣΥΡΙΖΑ κάδρο: η χώρα «σώθηκε» επειδή έφυγαν οι προηγούμενοι.

Στην ίδια τροχιά κινούνται, με διαφορετική ένταση, «Δημοκρατία», «Εστία», «Ελεύθερη Ώρα», «Μακελειό», «Kontra», «Manifesto»: άλλος με πιο συστημικό συντηρητικό ύφος (Εστία), άλλος με ωμό, σχεδόν τιτλοφοβικό λαϊκισμό (Μακελειό, Ελεύθερη Ώρα, Star Press, Espresso). Το βασικό μοτίβο: ο Τσίπρας ως σύμβολο μιας «τοξικής» περιόδου, όχι ως απλός συγγραφέας πολιτικής αυτοβιογραφίας.

Στον αντίποδα, η «Εφημερίδα των Συντακτών» δεν «κρεμάει» τον Τσίπρα στο κεντρικό θέμα, διαλέγει άλλο μέτωπο (βλ. παρακάτω), αφήνοντας την «Ιθάκη» κυρίως στα εσωτερικά της ύλης. Ο «Ριζοσπάστης», όπως συνηθίζει, αποφεύγει προσωποκεντρικά δράματα και επιμένει σε ακρίβεια, εργασιακά και διεθνείς εξελίξεις από ταξική σκοπιά.

Πολιτικό αποτέλεσμα:
– Το μιντιακό μπλοκ κεντροδεξιάς-λαϊκής δεξιάς αξιοποιεί το βιβλίο για να αναθερμάνει το «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο».
– Η κυβέρνηση εμφανίζεται ως «πλευρά της ευθύνης» σε αντίστιξη με την «αμετροέπεια 2015».
– Η Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ + ευρύτερος χώρος) εμφανίζεται στον Τύπο περισσότερο ως πεδίο εσωτερικής κρίσης και απολογισμού παρά ως πηγή νέας πρότασης.

Στην κοινή γνώμη, το συναίσθημα που αναπαράγεται είναι ένα μείγμα θυμού/ικανοποίησης («δικαίωση» όσων έλεγαν ότι το 2015 ήταν τυχοδιωκτισμός) και κούρασης («πάλι τα ίδια;») – ο κίνδυνος είναι να εγκλωβιστεί ο διάλογος σε ρεβάνς του παρελθόντος αντί για το αύριο.

Τα «Νέα» προτάσσουν τις «4 νέες παρεμβάσεις», δηλαδή τον κυβερνητικό άξονα «δουλεύουμε για την καθημερινότητά σας», οικονομικές διευκολύνσεις, ρυθμίσεις, στοχευμένες παροχές. Ο ίδιος τόνος κανονικότητας/διαχείρισης διαχέεται και σε εφημερίδες όπως «Political», «Ελεύθερος Τύπος», «One Voice»: η ιδέα ότι η κυβέρνηση έχει σχέδιο, ρυθμίζει εκκρεμότητες, στηρίζει επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Στο οικονομικό μπλοκ, η «Ναυτεμπορική» και η «Ηχώ των Δημοπρασιών» μένουν στον στενό ορίζοντα: φορολογία, ηλεκτρονικές αποδείξεις, χρηματοδοτήσεις, λήξη χρόνου για e-αποδείξεις 30% κ.λπ., μεταφέροντας μια αίσθηση «τεχνοκρατικής πίεσης» για φορολογούμενους κι επιχειρήσεις.

Πολιτικό αποτέλεσμα:
– Για την κυβέρνηση, ο άξονας «παρεμβάσεις-διευκολύνσεις» προσφέρει αντίβαρο στην τοξικότητα της αντιπαράθεσης για την «Ιθάκη».
– Για τον μέσο αναγνώστη, όμως, η αίσθηση είναι διπλή: ναι, υπάρχουν μέτρα, αλλά ο καθημερινός βραχνάς (ακρίβεια, κόκκινα δάνεια, φόροι) δεν μοιάζει να αίρεται, άρα το συναίσθημα είναι «μετριοπαθής σκεπτικισμός», όχι ενθουσιασμός.

Η «Εφ. Συν.» επιλέγει εντελώς άλλο κέντρο βάρους: «Προς πώληση και τα ιατρικά δεδομένα μας», με δριμεία κριτική στο νομοσχέδιο του υπ. Ανάπτυξης και τη νέα Αρχή Καταναλωτή («Ούτε ανεξάρτητη, ούτε… Αρχή»). Το αφήγημα εδώ είναι: η κυβέρνηση εργαλειοποιεί ρυθμιστικές αρχές, χαλαρώνει εγγυήσεις, ανοίγει παράθυρο εμπορευματοποίησης προσωπικών δεδομένων. Πρόκειται για θεσμικό αφήγημα με μεγάλη «ουρά» (GDPR, ψηφιακό κράτος, ασφαλιστικά-υγειονομικά δεδομένα).

Οι πιο συστημικές κεντροδεξιές εφημερίδες (Καθημερινή, Νέα) δεν αγνοούν τα θεσμικά, η «Καθημερινή» έτσι κι αλλιώς θέτει τον πήχη θεσμικής αξιοπιστίας μέσα από το κάδρο «μαύρη λίστα Ιθάκης».
Ωστόσο, παραμένει ορατή μια ασυμμετρία:
– Η αντιπολίτευση-προοδευτικός Τύπος κραυγάζει για ιδιωτικότητα και δικαιώματα.
– Ο κυβερνητικός-κεντροδεξιός Τύπος προτιμά το πεδίο της πολιτικής ηθικής του 2015–19 και της τρέχουσας οικονομικής διαχείρισης.

Συναίσθημα κοινού: ανησυχία και αίσθηση ότι «κάτι παίζεται πίσω από τις λέξεις», ότι η ψηφιοποίηση και οι ρυθμιστικές αρχές χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλεία ισχύος παρά ως εγγυήσεις.

Στο διεθνές πεδίο, οι αναφορές είναι μετρημένες αλλά παρούσες:
– Μέρος των φύλλων (ιδίως τα πιο σοβαρά οικονομικά/πολιτικά: «Καθημερινή», «Ναυτεμπορική», «Ριζοσπάστης», εν μέρει «Τύπος Θεσσαλονίκης» και «Εθνικός Κήρυξ Ν. Υόρκης») κοιτά προς Ουκρανία, μυστικές συνομιλίες ΗΠΑ–Ρωσίας, τον ρόλο Τραμπ, και το πώς αυτά επηρεάζουν Ευρώπη και Ελλάδα.

Οι διεθνείς σελίδες δεν κυριαρχούν στο πρωτοσέλιδο, λειτουργούν ως φόντο:
υπενθύμιση ότι η ελληνική πολιτική ένταση (π.χ. «Ιθάκη») παίζεται μέσα σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που κινείται,
– αλλά και ως «άλλοθι σοβαρότητας» για ένα μέρος του Τύπου που θέλει να δείξει πως δεν εγκλωβίζεται μόνο στον εσωτερικό καβγά.

«Espresso», «Star Press», «Μακελειό», «Ελεύθερη Ώρα», «One Voice», ακόμα και η «Δημοκρατία», κρατούν το γνωστό μείγμα: σκάνδαλο, συνωμοσιολογία, εθνικιστικό άγχος, προσωπικές στοχοποιήσεις.

Πολιτικά:
Ενισχύουν τη γενικευμένη δυσπιστία («όλοι κάτι κρύβουν», «όλοι κάτι έκαναν»),
– λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές θυμού κατά ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ως εργοστάσια γενικότερης αντισυστημικής οργής,
– αφήνουν μια υπόγεια πίεση και προς το κυβερνητικό στρατόπεδο («μην εφησυχάζετε: είστε κι εσείς μέρος του συστήματος»).

  1. Η δομική κόπωση της κοινωνίας
    Τα πρωτοσέλιδα φωνάζουν για ευθύνη Τσίπρα, βιβλία, μαύρες λίστες και πολιτικές ενοχές, αλλά η πραγματική καθημερινότητα (υγεία, παιδεία, δημόσιες υπηρεσίες, ακρίβεια) εμφανίζεται κυρίως ως υπόστρωμα, όχι ως κεντρική αφήγηση. Το αίσθημα «έχω κουραστεί» δεν αποτυπώνεται όσο θα περίμενε κανείς.
  2. Το πολιτικό κενό στο κέντρο
    Ο Τύπος, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ και τον ευρύτερο κεντρώο χώρο ως «παράπλευρη δεξαμενή» (κυρίως μέσα από το πρίσμα του πώς τον κοιτά η κυβέρνηση ή ο Τσίπρας) και όχι ως αυτόνομο πόλο πρότασης. Αυτό μακροπρόθεσμα βοηθά το δίπολο ΝΔ–ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε κρίση.
  3. Η θεσμική συζήτηση για δεδομένα/Αρχές
    Η υπόθεση των ιατρικών δεδομένων και της νέας Αρχής Καταναλωτή είναι βραδυφλεγής βόμβα – αφορά ασφαλιστικές, φαρμακευτικές, ιδιωτικοποίηση ρίσκων. Παρ’ όλα αυτά, εκτός από τον προοδευτικό Τύπο, δεν γίνεται το κεντρικό πολιτικό θέμα της ημέρας, ενώ θα μπορούσε να είναι.

Τι προμηνύεται:

Μετατόπιση της ατζέντας προς δικαιώματα και ιδιωτικότητα
Αν το θέμα «ιατρικά δεδομένα/Αρχή Καταναλωτή» πάρει φωτιά, ανοίγει νέο μέτωπο: όχι πλέον μόνο «μισθοί-τιμές», αλλά και «τι ξέρει το κράτος και οι εταιρίες για μένα». Εκεί η κυβέρνηση κινδυνεύει πολύ περισσότερο στον φιλελεύθερο και μορφωμένο αστικό χώρο. Εκεί η αριστερά αναβιώνει τους φακέλους της δικτατορίας και τον συναγερμό των κομματικών της μελών.

Πολιτική ανακύκλωση του 2015–2019
Το βιβλίο Τσίπρα και η «μαύρη λίστα» προσφέρουν στην κυβέρνηση ευκαιρία να επανεκκινήσει την αντι-ΣΥΡΙΖΑ ηγεμονία, σε μια συγκυρία που η ίδια αντιμετωπίζει φθορά. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αλλάξει γρήγορα σελίδα, κινδυνεύει να παγιωθεί ως «κόμμα-υπόθεση παρελθόντος».

Ενίσχυση της πόλωσης με χαμηλή εμπιστοσύνη
Η μέρα δεν δείχνει διπολισμό με «θερμή» σύγκρουση προγραμμάτων, αλλά πόλωση με φόντο δυσπιστία: ούτε οι θεσμοί (Αρχές, δεδομένα), ούτε οι πολιτικοί ηγέτες εμπνέουν σταθερή εμπιστοσύνη. Αυτό είναι γόνιμο έδαφος για μικρούς ριζοσπαστικούς/αντισυστημικούς σχηματισμούς.

Intelligence Report: Sign Up

×