Η ζώνη του λυκόφωτος: Αν ο Δημητριάδης δεν είχε παραιτηθεί – Άποψη 04/04

Σημείωση χρήσης περιεχομένου:

© 2026 StrategyOnline.gr – Πνευματικά Δικαιώματα Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή περιληπτική) ή μετάδοση του παρόντος περιεχομένου με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του εκδότη.

Σημείωση για Μηχανές Αναζήτησης: Σε περίπτωση αυθαίρετης αναδημοσίευσης, είναι υποχρεωτική η χρήση Canonical Tag που να δείχνει στο πρωτότυπο άρθρο: με την ένδειξη Πηγή: StrategyOnline.gr
Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται την άμεση υποβολή αναφοράς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων (DMCA Notice) στη Google. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Κάποια πρόσωπα δεν εξαφανίζονται όταν αποχωρούν από την πολιτική. Απλώς αλλάζουν δωμάτιο εξουσίας. Ο Γρηγόρης Δημητριάδης είναι ένα από αυτά. Φαντάσου, λοιπόν, μια εναλλακτική εκδοχή της τελευταίας τετραετίας. Όχι αυτή που ζήσαμε, αλλά μια άλλη, πιο σφιχτή, πιο ελεγχόμενη, πιο «μηχανική». Ένα Μαξίμου όπου ο Δημητριάδης δεν παραιτείται το 2022, δεν περνά στη σκιά, δεν χρειάζεται να ξανασυστηθεί. Μένει εκεί. Και συνεχίζει.

Η πολιτική δεν συγχωρεί τα κενά. Τα γεμίζει.

Και η υπόθεση του Γρηγόρη Δημητριάδη είναι ακριβώς αυτό: ένα κενό εξουσίας που γέμισε, αλλά όχι οριστικά. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όχι όπως τα αφηγήθηκε η επικοινωνία των ΜΜΕ και του Μαξίμου, αλλά όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Το καλοκαίρι του 2022, η κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά σε μια κρίση που δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν θεσμική. Η αποκάλυψη ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης την περίοδο που ήταν ευρωβουλευτής, πριν διαδεχθεί το Δεκέμβριο του 2021 την Φώφη Γενηματά, είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ, σε συνδυασμό με την υπόθεση του λογισμικού Predator και τις αποκαλύψεις για παρακολουθήσεις δημοσιογράφων, υπουργών και επιχειρηματιών δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα.

Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο τι έγινε. Ήταν ποιος ήξερε. Και εκεί, το βλέμμα στράφηκε στο Μαξίμου. Ο Δημητριάδης, ως Γενικός Γραμματέας του Πρωθυπουργού και άνθρωπος απόλυτης εμπιστοσύνης του Κυριάκου Μητσοτάκη, βρέθηκε στο επίκεντρο. Όχι επειδή αποδείχθηκε κάτι συγκεκριμένο σε βάρος του, αλλά επειδή ενσάρκωνε την αρχιτεκτονική του επιτελικού κράτους. Αν υπήρχε γνώση ή ανοχή, η πολιτική ευθύνη περνούσε από εκεί. Αξίζει βέβαια να καταγραφεί ότι δεν ερευνήθηκε ποτέ από την δικαιοσύνη, ούτε και διώχθηκε ποτέ στην πορεία εξέλιξης της κρίσης. Παρόλα αυτά το σούσουρο των διαρροών διακινούσε απίθανα σενάρια εμπλοκής του χωρίς ποτέ να υπάρξουν καν ενδείξεις για τον ίδιο.

Η παραίτησή του, στις 5 Αυγούστου 2022, δεν ήταν απλώς μια κίνηση εκτόνωσης. Ήταν μια χειρουργική αφαίρεση για να σωθεί ο πυρήνας (ο πρωθυπουργός). Μαζί του αποχώρησε και ο διοικητής της ΕΥΠ, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί η εικόνα ενός “reset”. Αλλά στην πολιτική, τα resets δεν είναι ποτέ καθαρά. Αφήνουν ίχνη. Από εκεί και μετά, το σύστημα άλλαξε. Όχι δραματικά προς τα έξω. Αλλά εσωτερικά. Η απουσία του Δημητριάδη άνοιξε το παιχνίδι. Το Μαξίμου έγινε λιγότερο συγκεντρωτικό, περισσότερο πολυκεντρικό. Περισσότερες φωνές, περισσότερες διαρροές, περισσότερη ελευθερία, αλλά και λιγότερος έλεγχος.

Και κάπου εκεί ξεκινά το ενδιαφέρον.

Αν δεν είχε φύγει;

Αν ο Δημητριάδης δεν είχε παραιτηθεί, η κρίση των υποκλοπών προφανώς δεν θα είχε αποφευχθεί. Αλλά η διαχείρισή της θα ήταν διαφορετική. Θα υπήρχε από την πρώτη στιγμή ενιαίο αφήγημα. Όχι αποσπασματικές απαντήσεις. Όχι αντιφατικές γραμμές. Το Μαξίμου δεν θα έμοιαζε να ακολουθεί την κρίση. Θα προσπαθούσε να την προλάβει. Η Βουλή θα είχε λιγότερη ένταση. Οι εσωτερικές γκρίνιες θα είχαν περιοριστεί. Και κυρίως, η αίσθηση αποδιοργάνωσης που καταγράφηκε εκείνη την περίοδο, δεν θα είχε φτάσει στο ίδιο επίπεδο.

Αλλά αυτό έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν πιο αποτελεσματικό. Και ταυτόχρονα πιο κλειστό. Πιο προστατευμένο από διαρροές, αλλά και πιο ανθεκτικό σε έλεγχο. Η πολιτική σε αυτό το επίπεδο δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη.

Το κόμμα

Μετά την αποχώρησή του, η Νέα Δημοκρατία συνέχισε να κερδίζει. Αλλά όχι με τον ίδιο οργανωτικό ρυθμό. Ο Δημητριάδης δεν ήταν απλώς ένας σύμβουλος. Ήταν ένας άνθρωπος που καταλάβαινε ότι οι εκλογές δεν κρίνονται μόνο στην κορυφή. Κρίνονται στο πλέγμα των τοπικών οργανώσεων, εκεί όπου η πολιτική γίνεται φυσική παρουσία.

Αν είχε μείνει:

  • η κομματική μηχανή θα ήταν πιο ευθυγραμμισμένη,
  • οι τοπικές οργανώσεις πιο ενεργοποιημένες,
  • και η προεκλογική προετοιμασία πιο πρώιμη.

Η ΝΔ ίσως να μην άλλαζε ποσοστά δραματικά. Αλλά θα γινόταν πιο “σφιχτή”. Πιο ελεγχόμενη. Πιο δύσκολο να αιφνιδιαστεί.

Το power game

Η μεγαλύτερη αλλαγή όμως θα ήταν αλλού. Στην κατανομή ισχύος. Με την αποχώρησή του, δημιουργήθηκαν πολλαπλά κέντρα επιρροής. Υπουργοί, σύμβουλοι, εξωθεσμικοί παράγοντες. Το σύστημα έγινε πιο ανοιχτό, αλλά και πιο απρόβλεπτο. Αν ο Δημητριάδης είχε παραμείνει,το power game θα ήταν πιο καθαρό. Όχι κατ’ ανάγκη πιο δίκαιο. Αλλά πιο ιεραρχημένο. Και αυτό κάνει τη διαφορά: όταν υπάρχει ένας κόμβος, η ισχύς συγκεντρώνεται, όταν δεν υπάρχει, διαχέεται.

Και στη βάση αυτής της διάχυσης εμφανίστηκε η κρίσιμη δοκιμασία: τα σκάνδαλα.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τη βαριά σκιά της ευρωπαϊκής εισαγγελίας, τα πολιτικά πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται και το ενδεχόμενο μεταβίβασης ευθυνών σε κυβερνητικό επίπεδο, είναι ακριβώς το είδος κρίσης που αποκαλύπτει ποιος πραγματικά «κρατά» ένα σύστημα και ποιος απλώς το υπηρετεί. Και εδώ είναι που η σύγκριση γίνεται αναπόφευκτη. Αν ο Δημητριάδης ήταν μέσα στο σύστημα σήμερα, το πιθανότερο δεν είναι ότι το σκάνδαλο δεν θα υπήρχε. Είναι ότι δεν θα εξελισσόταν έτσι.

Θα είχε:

  • ταχύτερη πολιτική ανάγνωση του κινδύνου,
  • πιο κεντρική διαχείριση μηνύματος,
  • και κυρίως, λιγότερη «διαρροή πανικού» προς τα έξω.

Δεν θα βλέπαμε πολλαπλές γραμμές άμυνας, αντικρουόμενες δηλώσεις, ή μια αίσθηση ότι το θέμα «τρέχει» πιο γρήγορα από την κυβέρνηση. Θα υπήρχε μία γραμμή. Σκληρή, ίσως κυνική, αλλά ενιαία. Αυτό δεν σημαίνει καλύτερη ουσία. Σημαίνει καλύτερη διαχείριση. Και εδώ είναι η λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά: η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το τι συμβαίνει, αλλά από το πώς φαίνεται ότι συμβαίνει.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ θα είχε πιθανώς:

  • περιοριστεί επικοινωνιακά νωρίτερα,
  • «απομονωθεί» σε συγκεκριμένα πρόσωπα,
  • και δεν θα είχε αποκτήσει τόσο εύκολα χαρακτηριστικά συστημικής κρίσης.

Και τώρα;

Η επιστροφή του, μέσα από τις τοπικές οργανώσεις, δεν είναι μια απλή επανεμφάνιση. Είναι μια ανακατασκευή ρόλου. Δεν προσπαθεί να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Προσπαθεί να γίνει αναγκαίος χωρίς να είναι θεσμικός. Να ξαναχτίσει δίκτυο. Να αποκτήσει επιρροή. Να γίνει σημείο αναφοράς για βουλευτές και στελέχη που αναζητούν κατεύθυνση. Και εδώ είναι το κρίσιμο: Αν δεν είχε φύγει, θα ήταν η εξουσία. Τώρα που έφυγε, μπορεί να γίνει κάτι πιο σύνθετο: ο άνθρωπος που οργανώνει την εξουσία χωρίς να φαίνεται ότι την έχει.

Εν κατακλείδι

Στην πολιτική, οι εύκολες ταμπέλες σπάνια εξηγούν την πραγματικότητα. Ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν υπήρξε ποτέ ο «διαβολικός» μηχανισμός που βολεύει να περιγράφουν οι αντίπαλοί του. Δεν κινήθηκε με όρους συνωμοσίας, αλλά με όρους ελέγχου, οργάνωσης και αποτελεσματικότητας, με όλα τα πολιτικά κόστη που αυτό συνεπάγεται.

Όμως, την ίδια στιγμή, κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι δεν υπήρξε δαιμόνιος. Δαιμόνιος στην κατανόηση των συσχετισμών, στην οικοδόμηση δικτύων, στη διαχείριση ισχύος χωρίς θόρυβο. Από εκείνους που δεν χρειάζονται μικρόφωνο για να επηρεάσουν την ατζέντα, γιατί βρίσκονται ήδη μέσα στη διαδικασία που τη διαμορφώνει.

Και ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό του αποτύπωμα: όχι ένας άνθρωπος που κυριάρχησε επειδή φάνηκε, αλλά επειδή ήξερε πότε να μην φαίνεται.

Και υπάρχει ίσως ένα άβολο ερώτημα για το πολιτικό στερέωμα της ΝΔ σήμερα: όχι αν χρειάζεται έναν τέτοιο άνθρωπο, αλλά αν μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο αποτελεσματικά χωρίς αυτόν.

Intelligence Report: Sign Up

×