Η Ιθάκη του Τσίπρα ως πολιτικό spa αυτοεπιείκειας με άρωμα μεταμέλειας

Σημείωση χρήσης περιεχομένου: Το παρόν περιεχόμενο προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Επιτρέπεται μόνο η περιορισμένη αναπαραγωγή αποσπασμάτων με υποχρεωτική αναφορά της πηγής και ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο. Διαβάστε
Πνευματικά Δικαιώματα – Όροι Χρήσης Περιεχομένου

Υπάρχουν δύο τρόποι να διαβάσει κανείς τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα για το βιβλίο του Ιθάκη: ως εξομολόγηση ή ως πολιτική στρατηγική. Αν επιλέξει το δεύτερο, θα διαπιστώσει ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν επιχειρεί μια ειλικρινή επανεξέταση της διαδρομής του, αλλά μια προσεκτικά δομημένη επιχείρηση επανεγγραφής της ιστορίας. Μια προσπάθεια να μετατραπεί η διακυβέρνηση του 2015–2019 από πολιτική ήττα σε ηθικό κεφάλαιο.

Ο Τσίπρας υιοθετεί το σχήμα της τραγωδίας: «έλαχε σε εμάς να ξελασπώσουμε τη χώρα που άλλοι είχαν λασπώσει». Το αφήγημα είναι βολικό, συγκινητικό κιόλας. Μόνο που παραλείπει το κεφάλαιο της ίδιας της λάσπης που πρόσθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν η αφελής πίστη ότι μπορείς να εκβιάσεις την Ευρώπη με πολιτικά συνθήματα οδήγησε σε capital controls, αβεβαιότητα και τρίτο μνημόνιο. Ο Τσίπρας παρουσιάζει την περιπέτεια εκείνης της χρονιάς σαν φυσικό φαινόμενο που τον βρήκε έτοιμο να θυσιαστεί, όχι σαν αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών εξουσίας. Στην ουσία, επιδιώκει μια ηθική αναβάπτιση χωρίς λογαριασμό.

Διαβάστε ακόμα στο StrategyOnline.gr

Το παράδοξο της Ελληνικής κανονικότητας – Επισκόπηση Τύπου 13/01

Το πολιτικό εκκρεμές της χώρας μοιάζει να έχει κολλήσει σε μια παράδοξη ισορροπία, όπου η στατιστική κυριαρχία της κυβέρνησης αναμετράται καθημερινά με την πνευματική και θεσμική μας αρρυθμία...
Διαβάστε την πλήρη ανάλυση →

Η «Ιθάκη» του δεν είναι βιβλίο πολιτικής αυτογνωσίας, είναι προσπάθεια αισθητικοποίησης της ήττας. Ο ηγέτης που κάποτε έταζε ότι θα σκίσει τα μνημόνια τώρα μας ζητά να δούμε τον εαυτό του σαν ταξιδιώτη που επέστρεψε τραυματισμένος αλλά σοφότερος. Μόνο που ο Οδυσσέας δεν έφτασε στην Ιθάκη έχοντας υπογράψει άλλο ένα μνημόνιο. Το πολιτικό του ταξίδι μοιάζει περισσότερο με περιπλάνηση στο Αιγαίο των αντιφάσεων: από τον λαϊκισμό στο ρεαλισμό, από τη ρήξη στη συναίνεση, από την επανάσταση στην κανονικότητα. Και σήμερα επιχειρεί να βαφτίσει τη διαδρομή αυτή «λύτρωση».

Αυτό που απουσιάζει εντελώς είναι η γλώσσα της ευθύνης. Ούτε μια καθαρή φράση του τύπου «κάναμε λάθος εκτίμηση». Αντί γι’ αυτό, η ευθύνη διαχέεται: ανήκει σε «όλους», σε «ένα σύστημα», σε «ισχυρούς δανειστές». Είναι ο γνωστός ελληνικός τρόπος να είσαι πρωταγωνιστής και θύμα ταυτόχρονα. Η αυτοκριτική του Τσίπρα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, συναισθηματική, όχι πολιτική. Μιλά για «κάθαρση», όχι για αναθεώρηση.

Η εξωτερική πολιτική: Πρέσπες, προσφυγικό, Βαλκάνια, παραμένει το μόνο κομμάτι που διαθέτει ουσία και θεσμικό βάθος. Όμως κι εκεί, το ηθικό μοτίβο επισκιάζει το πολιτικό: η συμφωνία των Πρεσπών δεν παρουσιάζεται ως αναγκαία γεωπολιτική επιλογή, αλλά ως πράξη γενναιότητας. Σαν να χρειάζεται ο ηγέτης να ηρωοποιεί κάθε του απόφαση για να τη δικαιολογήσει εκ των υστέρων.

Η συνέντευξη, και το βιβλίο που συνοδεύει, φανερώνουν κάτι βαθύτερο για την ελληνική πολιτική κουλτούρα. Οι ηγέτες μας δεν αποσύρονται ποτέ. Δεν παραδέχονται ήττα, μόνο «κύκλους που κλείνουν» και «ταξίδια που συνεχίζονται». Το παρελθόν δεν είναι για να το αναλύσουν, αλλά για να το ξαναγράψουν με καλύτερο φωτισμό. Και όσο δεν αναγνωρίζουν την αξία της αποτυχίας ως μέρους της μάθησης, θα εγκλωβίζονται σε μια πολιτική μεταφυσική όπου κάθε λάθος μετατρέπεται σε μύθο.

Η «Ιθάκη» του Τσίπρα είναι, τελικά, μια ωραία ιστορία για να ξεχάσουμε τι έγινε. Και αυτό την καθιστά πολιτικά ενδιαφέρουσα, αλλά όχι ειλικρινή. Αν η αυτογνωσία ήταν πράξη και όχι λογοτεχνικό σχήμα, θα ξεκινούσε από μια φράση απλή: «Ήμουν λάθος. Και αυτό με δίδαξε περισσότερα από όσα πέτυχα».

Αυτή η φράση, δυστυχώς, δεν ακούστηκε ποτέ.


1. Τι λέει ο ίδιος ότι κάνει με το βιβλίο

Ο Τσίπρας το ορίζει ρητά ως:

  • «χρέος απέναντι στην ιστορία» και απέναντι στον εαυτό του,
  • εργαλείο «κάθαρσης, αυτογνωσίας» και «επαναπροσέγγισης της αλήθειας και των γεγονότων»

Υπογραμμίζει τρία σημεία:

  1. Δεν είναι απλό βιβλίο, αλλά κομμάτι σύγχρονης ιστορίας (2009–2018), με εστίαση στην περίοδο χρεοκοπίας, «έλαχε σε εμάς να ξελασπώσουμε το μέλλον μιας χώρας που άλλοι είχαν λασπώσει».
  2. Δεν γράφει ως «συνταξιούχος»: τονίζει ότι είναι ενεργός, γράφει για εν ζωή πρόσωπα, «χωρίς να τα κολακεύει», κάτι που παρουσιάζει ως τόλμη, μοναδική σε σχέση με Μέρκελ, Ομπάμα κ.λπ.
  3. Δηλώνει ότι δεν έχει αφήσει τίποτα εκτός και ότι δούλευε δύο χρόνια, βουτώντας «σε θάλασσα στοιχείων» ώστε να αποτυπωθεί πιστά η χρονοσειρά και τα δεδομένα.

Παράλληλα, περιγράφει τη δομή: από το αυτοβιογραφικό ξεκίνημα, στον «Γολγοθά» του 2015, τον «δρόμο προς την Ιθάκη», την περίοδο «μετά την Ιθάκη» (Μάτι, Πρέσπες, Novartis, τηλεοπτικές άδειες) και, τέλος, κεφάλαια για εξωτερική πολιτική και κοινωνικά επιτεύγματα, συν ένα «αντί επιλόγου» για το όραμά του για τη χώρα και την Αριστερά.

2. Το πολιτικό αφήγημα που στήνει

Στον πυρήνα, η συνέντευξη στήνει μια συνεκτική, αλλά σαφώς προσεκτικά σκηνοθετημένη – αφήγηση:

  1. Το 2015 ως αξιακή τραγωδία, όχι ως αποτυχημένη στρατηγική.
    Περιγράφει την περίοδο ως σύγκρουση ανάμεσα στον «νόμο της εξουσίας» και το «δίκαιο ενός λαού που δεν άντεχε χωρίς αξιοπρέπεια», η Ελλάδα ως σκηνή αρχαίας τραγωδίας, με εκείνον σε ρόλο Αντιγόνης απέναντι στο ευρωπαϊκό Κρέοντα.
    Έτσι, η διαπραγμάτευση, το δημοψήφισμα, το τρίτο μνημόνιο μεταφράζονται σε υπαρξιακό δράμα, όχι σε λανθασμένο υπολογισμό ισχύος.
  2. Μετατόπιση ευθύνης για τη χρεοκοπία.
    Η φράση «αναλάβαμε την ευθύνη που δεν μας αναλογούσε» επαναλαμβάνει τη γνωστή γραμμή: τη χώρα την χρεοκόπησαν άλλοι, εμείς τη βγάλαμε από τη λάσπη.
    Είναι ακριβές ότι η δημοσιονομική εκτροπή 2004–2009 και τα δύο πρώτα μνημόνια ανήκουν σε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Όμως η περίοδος 2015 (κλειστές τράπεζες, capital controls, δημοψήφισμα, κωλοτούμπα, τρίτο μνημόνιο) είχε δικό της κόστος, εκτιμήσεις Τράπεζας της Ελλάδος και αναλύσεις μιλούν για δεκάδες δισ. πρόσθετη επιβάρυνση από τη «διαπραγμάτευση» και την αβεβαιότητα. Αυτό στη συνέντευξη δεν αναγνωρίζεται ως δική του στρατηγική αστοχία.
  3. Από το «σκίζουμε τα μνημόνια» στο «βγάλαμε τη χώρα με λιγότερες πληγές».
    Στο βιβλίο, σύμφωνα με την περιγραφή του, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι «βγήκαμε από την περιπέτεια με τις λιγότερες δυνατές πληγές και με την κοινωνία όρθια».
    Πράγματι, με το τρίτο μνημόνιο τα πρωτογενή πλεονάσματα κατέληξαν χαμηλότερα από αυτά που προέβλεπε το 2ο (3–4,5% τότε, 0,5–3,5% μετά) – γύρω στα 20 δισ. λιγότερα μέτρα σύμφωνα με Δραγασάκη. Αλλά αυτό κρύβει ότι η ίδια η ανάγκη τρίτου μνημονίου δεν ήταν «μετεωρίτης από τον ουρανό», αλλά συνέπεια της πολιτικής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στο πρώτο εξάμηνο.
  4. Εξωτερική πολιτική ως ισχυρό χαρτί.
    Εδώ το αφήγημά του πατά σε πιο στέρεο έδαφος: Πρέσπες, διαχείριση ελληνοτουρκικών, Βαλκάνια και γενικότερα εξωτερική πολιτική θεωρούνται διεθνώς από τα πλέον συνεκτικά κομμάτια της θητείας του. Η αυτοπαρουσίαση ως ηγέτη που «σήκωσε τη χώρα» με τη συμφωνία των Πρεσπών, με μεγάλο πολιτικό κόστος, έχει αξιοπιστία, ακόμη κι αν στο εσωτερικό παραμένει διχαστική.
  5. Το προσφυγικό ως δεύτερη «Οδύσσεια».
    Περιγράφει την προσφυγική κρίση ως τη μεγαλύτερη μετά τον Β’ Παγκόσμιο. αυτό είναι σωστό ως τάξη μεγέθους. Η κυβέρνηση Τσίπρα πράγματι βρέθηκε στο επίκεντρο του 2015–2016, με μείγμα ανθρωπισμού και δομικής δυσλειτουργίας. Στη συνέντευξη κρατά μόνο τον ηθικό τόνο, αφήνοντας έξω τα προβλήματα διαχείρισης.
  6. Η τραγωδία στο Μάτι και η Novartis.
    Λέει ότι το βιβλίο περιλαμβάνει αυτά τα «δύσκολα κεφάλαια». Στο παρελθόν, όμως, για το Μάτι μιλούσε δημοσίως ως «άτυχη στιγμή που έτυχε και σε προηγούμενες κυβερνήσεις», ενώ για τη Novartis έβλεπε «το μεγαλύτερο σκάνδαλο μετά τη Siemens» και απόδειξη ότι «πήραμε την κυβέρνηση, όχι την εξουσία». Δεν είναι σαφές, από τη συνέντευξη, αν τώρα αποδομεί αυτά τα σχήματα ή απλώς τα εντάσσει σε μια πιο στρωτή αφήγηση.

3. Πόση αυτοκριτική υπάρχει στ’ αλήθεια;

Ρητορικά, ο Τσίπρας επιμένει ότι:

  • κάνει αυτοκριτική,
  • προσπάθησε να είναι «όσο το δυνατόν λιγότερο άδικος απέναντι σε ανθρώπους και γεγονότα»,
  • ξαναέγραψε το βιβλίο «μία, δύο, τρεις φορές» για να φιλτράρει το ύφος και τις αιχμές.

Στη συνέντευξη, όμως, η αυτοκριτική παραμένει γενική. Δεν ακούγονται συγκεκριμένα:

  • «έκανα λάθος που προκήρυξα δημοψήφισμα»
  • ή «υποτίμησα τη δύναμη των αγορών / των εταίρων»
  • ή «λανθασμένα επέλεξα τον κυβερνητικό εταίρο / τον υπουργό Οικονομικών».

Αντιθέτως, το 2015 κωδικοποιείται ως τραγωδία με αφόρητα διλήμματα, κάτι που προφανώς υπήρξε, αλλά χωρίς ουσιαστική ανάληψη συγκεκριμένων πολιτικών ευθυνών για τη διαδρομή ως εκεί. Η «απόσταση του χρόνου» που επικαλείται, λειτουργεί περισσότερο ως ψυχολογική απόσταση, όχι ως σκληρό ιστορικό νυστέρι.

4. Η φιλοσοφία της «Ιθάκης» και το πολιτικό υποσυνείδητο

Το κλείσιμο είναι απολύτως πολιτικό: η Ιθάκη δεν είναι προορισμός, «είναι ένα ταξίδι αέναο», τόσο για τον καθένα μας όσο και για την Αριστερά και τους κοινωνικούς αγώνες.

Αυτό κάνει τρία πράγματα:

  1. Μετατρέπει την ήττα/υποχώρηση του 2015 σε στάδιο μιας μακράς πορείας. Δεν «έκλεισε» τίποτα, άρα ο ίδιος δεν χρεώνεται οριστικά την αποτυχία, απλώς ένα δύσκολο επεισόδιο.
  2. Αφήνει ανοιχτό το πολιτικό του μέλλον: μιλά για «reload» και όχι για «rebranding», γεμίζοντας «τις μπαταρίες» του με τη συγγραφή. Η συνέντευξη είναι ταυτόχρονα προώθηση βιβλίου και προσεκτικό pre-launch ενός πιθανού επόμενου ρόλου στο κεντροαριστερό πεδίο.
  3. Επανεφευρίσκει την Αριστερά ως πνευματικό/ηθικό project μακράς διάρκειας, μακριά από τις maximalist υποσχέσεις του 2012–2015.

5. Συμπέρασμα για την αξιοπιστία

  • Ως μαρτυρία πρωταγωνιστή, η συνέντευξ και το βιβλίο όπως το περιγράφει, έχουν μεγάλη αξία: λεπτομέρειες, συναισθήματα, παρασκήνιο, εικόνες που μόνο ο ίδιος μπορεί να δώσει.
  • Ως ιστορική αποτίμηση, είναι αναμενόμενα μεροληπτική. Οι ευθύνες των προηγούμενων κυβερνήσεων και των ευρωπαϊκών θεσμών προβάλλονται έντονα, οι δικές του στρατηγικές αστοχίες στρογγυλεύονται.
  • Η αυτοκριτική υπάρχει, αλλά περισσότερο ως τόνος παρά ως συγκεκριμένος κατάλογος λαθών.
  • Η εικόνα του εαυτού του ως εκείνου που «έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια», «πλήρωσε πολιτικό κόστος για τις Πρέσπες», «διαχειρίστηκε την προσφυγική κρίση» έχει σημαντικά πραγματικά θεμέλια σε ορισμένα πεδία (κυρίως εξωτερική πολιτική), αλλά είναι ελλιπής και επιλεκτική στις οικονομικές και θεσμικές πλευρές της διακυβέρνησής του.

Με άλλα λόγια: η συνέντευξη προετοιμάζει τον αναγνώστη για ένα βιβλίο, κλειδί της «δικής του αλήθειας» για τη δεκαετία της κρίσης, απαραίτητο για όποιον μελετά την περίοδο, αλλά όχι επαρκές, από μόνο του, για να βγάλεις τελικό ιστορικό συμπέρασμα χωρίς σκληρή σύγκριση με δεδομένα και άλλες μαρτυρίες.

Intelligence Report: Sign Up

×